background img
Μιχάλης Νάστος

Χαρούμενοι Στο Σκοτάδι “Πρόλογος”

3 έτη ago written by

Οι μεταβολές στη ζωή ενός ανθρώπου,μπορεί να είναι πολλές και πολύπλοκες.Τι γίνεται όμως όταν αυτές οι αλλλαγές επηρεάζουν τις ζωές των γύρω σου;Είναι μαγευτικός ο τρόπος που οι ζωές των ανθρώπων αλλάζουν και αλληλοεπιδρούν.Μια παρέα φοιτητών προσπαθεί να βρεί την ευτυχία στην πανέμορφη “Καρλίν” ,όσο και αν τα όνειρα και η ζωή χάνονται στο προσωπικό τους σκότος.

Ελπίζω να σας αρέσει το νέο μου μυθιστόρημα και να το αγαπήσετε όσο εγώ.

Καλωσήρθατε στο “Χαρούμενοι Στο Σκοτάδι”

Μιχάλης Νάστος

Πρόλογος

Καυσαέριο, βρισιές φασαρία, πλήθος ανθρώπων και φωνές απελπισίας. Μία νέα μέρα στο  Κάρνιλ ξεκινά, δεν αποτελεί όμως μία οποιαδήποτε μέρα. Είναι η μέρα που ξεκινούν οι σχολές. Αυτό σημαίνει μέσα μαζικής μεταφοράς γεμάτα από φωνές νεαρών ατόμων και τους μόνιμους κατοίκους να τους βρίζουν μέσα από τα δόντια τους. Έτσι λοιπόν ξεκίνησε η μέρα της Μέριλιν.

Είχε ξυπνήσει από τις έξι το πρωί έτσι ώστε να είναι στην σχολή της στις οκτώ. Είχε ισιώσει τα ξανθά μαλλιά της και τόνισε τα γαλανά μάτια της. Ήθελε να δείχνει τέλεια στην πρώτη μέρα στην σχολή της. Βγήκε στον δρόμο και άρχισε να χαιρετά τους πάντες στον δρόμο. Ήταν η πρώτη φορά που έμενε μόνης της σε μία μεγάλη πόλη, οι γονείς της είχαν φύγει το προηγούμενο βράδυ και τώρα μπορούσε να εξερευνήσει την νέα αυτή πόλη ολομόναχη, χωρίς τις φωνές του πατέρα της όπως «μην πας εκεί», «μην μιλάς σε ναρκομανείς» και «σταμάτα να κοιτάς σαν χαζό».

Ήταν πάντα το κοριτσάκι του μπαμπά, πάντα της είχε αδυναμία, όπως και εκείνη από την μεριά της. Ειδικά όταν την δέχτηκαν στην ιατρική σχολή της Κάρνιλ, ο πατέρας της ήθελε να προσφέρει μόνο τα καλύτερα στην κόρη του. Ήταν η πρώτη που πέρασε στο πανεπιστήμιο από την οικογένεια της.

Περπατούσε στον δρόμο χαλαρή, χωρίς να έχει υποψιαστεί τους κινδύνους της μεγαλούπολης. Ήταν φανερό ότι ήταν από μικρή πόλη, καθώς όταν κάποιος της σφύριξε, αυτή γύρισε και είπε «γεια σας!».  Μπήκε μέσα στο τρένο όπου θα στάθμευε ακριβώς έξω από το πανεπιστήμιο.

Είχε μαγευτεί από την ομορφιά της πόλης. Ήταν πολύ πιο πράσινη από ότι περίμενε. Το σπίτι που είχε νοικιάσει ήταν κρυμμένο πίσω από τεράστιες πολυκατοικίες και δεν υπήρχε κανένα πάρκο κοντά στο σπίτι της. Έτσι, περίμενε να είναι άλλη μία από τις τεράστιες τσιμεντένιες πόλεις. Όλα όμως άλλαξαν όταν είδε το πανέμορφο ποτάμι που περνούσε από το κέντρο της πόλης, κόβοντας την στα δύο. Υπήρχαν πολλές γέφυρες που ένωναν τα δύο σημεία της πόλης, σε μία από τις οποίες περνούσε το τρένο. Μία ανατριχίλα διαπέρασε την Μέριλιν όταν είδε την έκταση του Κάρνιλ. Την ώρα που πέρναγαν από την γέφυρα, το ποτάμι δεν φαίνονταν να τελειώνει πουθενά ενώ δεξιά και αριστερά από τις όχθες του υψώνονταν πολλά μεγαλοπρεπή κτίρια και ουρανοξύστες.

Γύρισε να δει τους γύρω της. Όλοι φαίνονταν αγχωμένοι ή απόμακροι. Ο κόσμος ήταν βίαιος και μιλούσε άσχημα. Μία γυναίκα παραλίγο αν πέσει από την σπρωξιά ενός άντρα που ήθελε να βγει από το τρένο γρήγορα για να φτάσει εγκαίρως στην δουλειά του. Οι άνθρωποι φαίνονταν κενοί, σν να μην πρόσεχαν τα προβλήματα γύρω τους. Υπήρχαν μάλιστα και μερικοί που κοιμόντουσαν στα καθίσματα. Ίσως ο πατέρας της είχε δίκιο, η πόλεις είναι για τους μοναχικούς και τους ψυχρούς.  Ήρθε η ώρα της να κατέβει. Πλησίασε την έξοδο και περίμενε υπομονετικά για την πόρτα να ανοίξει. Ταυτόχρονα, είχε περάσει το χέρι της από ένα χερούλι δεξιά της πόρτας για να μην την σπρώξει κανένας. Μετά από λίγο, η πόρτα άνοιξε και πήδηξε γρήγορα έξω. Πήρε μία βαθειά ανάσα. Επιτέλους, έφυγε από αυτό το απαίσιο τρένο, γνώριζε όμως πως αργά ή γρήγορα θα το επαναλάμβανε.

   Ένιωσε ένα τράβηγμα στο ώμο της. Το τράβηγμα έγινε πόνος. Ένας αδύνατος τύπος της είχε τραβήξει την τσάντα και έτρεχε μακριά της.

«Πιάστε τον!» , Φώναξε με όλη της την δύναμη.

   Κανείς όμως δεν αντέδρασε, αντίθετα, παρίσταναν σαν να μην την άκουσαν. Η Μέριλιν άρχισε να τρέχει προς το μέρος του, αλλά τα χαμηλά τακούνια της την εμπόδιζαν, μέχρι που άκουσε ένα ‘κρακ’. Το αριστερό της τακούνι της έσπασε και η Μέριλιν σωριάστηκε στο σκληρό τσιμέντο.

«Γύρνα πίσω!»

   Είχε σχεδόν αποδεχτεί το γεγονός ότι δεν θα ξανάβλεπε την τσάντα της, μέχρι που ένας νεαρός έπεσε πάνω στον ληστή και τον έσυρε στο πάτωμα. Η Μέριλιν άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους. Ο νεαρός με το λευκό πουκάμισο άρχισε να χτυπά τον ληστή. Όταν η Μέριλιν έφτασε κουτσαίνοντας άρχισε να φωνάζει.

«Χώστου και άλλη! Πάνω του!»

    Ύστερα από αυτό άρχισε να χτυπά τον ληστή με το σπασμένο τακούνι της. Μετά από πολλά χτυπήματα, τόσο από τον νεαρό, όσο και από την Μέριλιν, ο κακοποιός έφυγε αφήνοντας την τσάντα πίσω του. Ο νεαρός σηκώθηκε και έδωσε στην Μέριλιν την τσάντα της, την κατεστραμμένη πλέον τσάντα της. Το λουράκι είχε διαλυθεί και το δέρμα ήταν γεμάτο γρατζουνιές και κοψίματα.

«Συγγνώμη, δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο.»

   Η Μέριλιν είδε για πρώτη φορά το πρόσωπο του παιδιού. Ήταν ένα αγόρι κοντά στην ηλικία της με μαύρα μαλλιά και λευκό δέρμα. Ήταν σχετικά όμορφο αγόρι.

«Χάρηκα, Μέριλιν, ευχαριστώ πολύ!»

   Η Μέριλιν τέντωσε το χέρι της για χειραψία.

«Μάνουελ.»

   Ο Μάνουελ δεν δέχτηκε ποτέ την χειραψία, απλά συνέχισε να κοιτά την παλάμη της Μέριλιν. Η νεαρή απόρησε και έτσι κοίταξε τη παλάμη της. Ήταν γεμάτη χώμα από την πτώση της. Επέστρεψε σχεδόν αμέσως το χέρι της και κοίταξε τα ρούχα της. Το μαύρο της φόρεμα ήταν γεμάτο χώμα, δεν είχε καταλάβει ότι έπεσε σε τόσο βρώμικο δάπεδο.

«Τέλεια, τώρα δεν χρειάζομαι μόνο νέα τσάντα, αλλά και γκαρνταρόμπα. Και ήθελα να είμαι τέλεια για την πρώτη μέρα στην σχολή.»

«Πια σχολή;»

«Της Κάρνιλ, με δέχτηκαν μέσα στο καλοκαίρι και σήμερα είναι η πρώτη μου μέρα, μάλλον δεν θα κάνω και τόσο καλή εντύπωση.»

«Και εγώ εκεί πάω, και εμένα είναι η πρώτη μου μέρα! Για την ακρίβεια, περιμένω την ξαδέρφη μου την Τζάσλιν να με ξεναγήσει, είναι δευτεροετής εδώ.»

   Η Μέριλιν κοίταξε τον Μάνουελ γεμάτη απορία.

«Συγνώμη, που είναι η σχολή;»

«Όλο αυτό που βλέπεις.»

Ο Μάνουελ έδειξε στην κοπέλα  την τεράστια έκταση πράσινου που απλώνονταν μπροστά της. Από τη ταραχή της δεν το είχε προσέξει νωρίτερα. Κάθε ειδικότητα είχε και ένα διαφορετικό κτίριο. Μεγάλα πλατάνια έκαναν σκιά στα δρομάκια, το κάθε ένα από τα οποία οδηγούσαν σε ένα συγκεκριμένο κτίριο, ενώ ταμπέλες με βέλη βοηθούσαν τους φοιτητές να βρουν τον δρόμο τους. Πολλά άτομα μικρής ηλικίας είχαν ξαπλώσει και διάβαζαν στο γρασίδι και ζευγαράκια έβρισκαν ευκαιρία για περιπτύξεις στους κορμούς των δέντρων. Τα κτίρια των σχολών ήταν πελώρια.

«Γεια σας!»

   Η Μέριλιν γύρισε προς την διεύθυνση της φωνής και αντίκρισε μία όμορφη κοπέλα με λευκό δέρμα και μαλλιά τελείως μαύρα, πιο σκούρα από του Μάνουελ. Ο νεαρός αγκάλιασε την Τζασλιν.

«Γεια σου ξαδέρφη!»

«Γεια σου μικρέ. Η φίλη σου;», λέει η Τζάσλιν και απλώνει το χέρι για χειραψία, μην βρίσκοντας ανταπόκριση.

«Μέριλιν.»

   Μία στιγμή αμηχανίας χτίστηκε μεταξύ των δύο γυναικών καθώς η Μέριλιν δεν έδινε το χέρι της στην Τζάσλιν. Η Τζάσλιν άρχισε να την βλέπει περίεργα. Η Μέριλιν ένιωσε την ανάγκη να δικαιολογήσει την μη κοινωνικότητα της.

«Α, συγγνώμη, είμαι βρώμικη»

   Η Τζάσλιν άρχισε να την κοιτά ακόμα πιο περίεργα. Ο Μάνουελ έσπευσε να εξηγήσει την κατάσταση στην ξαδέρφη του.

«Την λήστεψαν και έπεσε κάτω.»

   Η Τζάσλιν πήρε μία ανάσα ανακούφισης.

«Πάλι καλά, νόμιζα ότι είναι άλλη μία από τα χαζά άτομα που κάνεις παρέα.»

«Είναι άτομα με ψυχολογικά προβλήματα Τζασλίν, δεν είναι χαζά! Και δεν τα κάνω παρέα, προϋπηρεσία έκανα!»

«Άκου εδώ μικρέ, δεν φταίω εγώ, εσύ πας ψυχολογία, όχι εγώ!»

«Θα πας ψυχολογία, τέλεια, εγώ ιατρική!», λέει η Μέριλιν γεμάτη ενθουσιασμό.

«Τέλεια, πρωτοετάκια. Τόσα όνειρα, τόσες προσδοκίες και όλα διαλύονται με το που πατούν το πόδι τους εδώ μέσα. Εγώ σπουδάζω μουσική.»

«Πιο όργανο;»

«Αχ γλυκεία μου, δεν σπουδάζω όργανο, εγώ είμαι του θεάματος, φωνητική σπουδάζω.»

   Η Μέριλιν μαζεύτηκε, λες και γνώρισε κάποια διάσημη.

«Λοιπόν, πάμε μέσα;»

   Η Τζάσλιν απάντησε αμέσως στον Μάνουελ.

«Έτσι θα πάει; Γεμάτη λάσπη και σπασμένο τακούνι, και μάλιστα ιατρική; Θα την φάνε ζωντανή.»

«Δεν έχω φέρει αλλαξιά.»

   Η Τζάσλιν την πιάνει αγκαζέ.

«Μην ανησυχείς καλή μου, ξέρω ένα φτηνό μαγαζί με ρούχα εδώ κοντά, θα είσαι έτοιμη στο πι και φι!»

   Η Μέριλιν πήρε μία ανάσα. Επιτέλους, κάτι πήγαινε καλά εκείνη την μέρα, παραδόξως. Τα τρία παιδιά κατευθύνθηκαν σε μία περιοχή δίπλα από το πανεπιστήμιο. Ο Μάνουελ κοίταξε το κτίριο της ψυχολογίας, πήρε μία βαθειά ανάσα, και ακολούθησε τα κορίτσια.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Menu Title