background img
Μιχάλης Νάστος

Χαρούμενοι Στο Σκοτάδι «ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο»

4 έτη ago written by

Σιωπές

Η Μέριλιν είχε καιρό να δει την πόλη το πρωί. Κυρίως επειδή δούλευε με τον Μάικλ ή επειδή είχε μάθημα στο πανεπιστήμιο. Αν και περνούσε σχεδόν τους ίδιους δρόμους κάθε μέρα για να πάει στην δουλειά, σήμερα όλα σχεδόν τις φαίνονταν διαφορετικά. Οι δρόμοι ήταν πιο φωτεινοί, τα μαγαζιά ανοιχτά και γεμάτα κόσμο και διάφοροι καλλιτέχνες του δρόμου ομόρφαιναν την διαδρομή. Είχε αγοράσει τον αγαπημένο της καφέ, χάζευε σε βιτρίνες και απολάμβανε τον θερμό ήλιο, ήταν από τις λίγες φορές που η Μέριλιν απολάμβανε το πρωινό της, σε αντίθεση με την Τζασλίν που την συνόδευε κοιτώντας συνεχόμενα το κινητό της.

<<Πάντως Τζασλίν σε ευχαριστώ που βγήκες μαζί μου σήμερα, είχα ανάγκη μία γυναικεία παρέα.>>

<<Ναι, ότι πεις…>>, είπε συνεχίζοντας να κοιτά το κινητό της.

Η Μέριλιν αποφάσισε πως έπρεπε να της πει κάτι για να της τραβήξει την προσοχή, σήμερα εξάλλου ήταν μέρα μόνο για τα κορίτσια, όχι Μάικλ, όχι Μάνουελ, ούτε ασθενείς με τερματικές ασθένειες.

<<Λοιπόν Τζασλίν; Τι τρέχει με σένα και τον Άντριου;>>

Η Τζασλίν έβαλε αμέσως στην τσάντα της το κινητό της γιατί θα μίλαγε για το αγαπημένο της θέμα, τον εαυτό της.

<<Μου έσπασε τα νεύρα χθες βράδυ. Είχαμε κανονίσει ραντεβού με τον διευθυντή των Dynamics Records…>>

Η Μέριλιν την διακόπτει.

<<Αυτό είναι υπέροχο!>>

Η Τζασλίν την διακόπτει ακόμη πιο απότομα.

<<Άσε με να τελειώσω σε παρακαλώ… όπως σου έλεγα, πήγα στο δείπνο, είχα φορέσει τα καλά μου και αυτός κοίταζε όλη νύχτα τα βυζιά μου. Φορούσα και σακάκι να φανταστείς!>>

<<Και μέσα από το σακάκι;>>

<<Μπουστάκι!>>

<<Και εγώ θα κοίταζα τα βυζιά σου τότε!>>

<<Τέλος πάντων, προσπάθησα να μείνω ψύχραιμη, όπως κάθε φορά… ξέρεις…>>

<<Ναι…>>

Η Τζασλίν διακόπτει την Μέριλιν για άλλη μία φορά πολύ απότομα, ποτέ δεν της άρεσε να την διακοπτουν.

<<Είπα περίμενε να τελειώσω! Προσπάθησα λοιπόν να είμαι ψύχραιμη μέχρι που μου είπε «θέλω να δω τι αγοράζω»!>>

<<Και εσύ τι έκανες;>>

<<Έκανα πως δεν το άκουσα και πάλι καλά ο Άντριου πρότεινε να του τραγουδήσω κάτι με την βοήθεια του πιανίστα. Ύστερα από λίγο έφυγα με την δικαιολογία ότι είχα μάθημα σήμερα το πρωί! Εσύ; Πως και πρωινή;>>

Η Μέριλιν παίρνει μια βαθιά ανάσα και είπε στην Τζάσλιν.

<<Τίποτα, δεν είχα να κάνω κάτι το πρωί και είπα να κατέβω κέντρο, για αυτό σε πήρα τηλέφωνο.>>

<<Δεν είχες δουλειά με αυτόν τον Μάικλ;>>

<<Δεν νομίζω να ξαναπάω εκεί, άσε που πιστεύω είμαι ανεπιθύμητη πλέον!>>

<<Κατάλαβα, προβλήματα στον παράδεισο. Ήταν καλό το σεξ τουλάχιστον;>>

Η Μέριλιν σταμάτησε να περπατά στην μέση του πεζοδρομίου λες και η Τζάσλιν της είπε κάποια απαγορευμένη λέξη.

<<Εγώ και ο Μάικλ ποτέ δεν…>>

Η Τζασλίν την κοιτά όλο περιέργεια.

<<Ποτέ; Τίποτα; Ούτε καν…>>, λέει ή Τζασλίν κουνώντας την παλάμη της πάνω κάτω πονηρά.

<<Τίποτα!>>, φωνάζει η Μέριλιν κοκκινίζοντας από την πονηρή χειρονομία τγς Τζασλιν. Η Μέριλιν πλησιάζει την τραγουδίστρια και της λέει με σοβαρό ύφος.

<<Εγώ και ο Μάικλ έχουμε καθαρά επαγγελματικές σχέσεις!>>

<<Αλήθεια; Εγώ το είχα σίγουρο ότι πηδιόσασταν!>>

Τα μάγουλα της νεαρής κοκκίνισαν ακόμη πιο πολύ. Η έκφραση της Μέριλιν γεμίζει με το στοιχεία της έκπληξης και σταματά απότομα την Τζασλίν.

<<Πως μιλάς έτσι; Δεν πηδιόμαστε, είναι αφεντικό μου!>>

<<Ακόμα δεν μου έδωσες το λόγο που δεν…>>

<<Δεν κάνω τέτοια Τζασλίν… είμαι πολύ…>>

Η Τζασλίν ξαναδιακόπτει την Μέριλιν.

<<Ανοργασμική;>>

<<Όχι! Επιλεκτική!>>

Η Μέριλιν αν και αναστατώθηκε από το σχόλιο της Τζάσλιν, δεν μπόρεσε να κρύψει το χαμόγελο που σχηματίστηκε στο πρόσωπο της. Η Μέριλιν τότε της εκμυστηρεύτηκε ένα μυστικό.

<<Μου θυμίζεις πολύ μία φίλη ξέρεις.>>

<<Ναι; Ποια;>>

<<Μία από την κωμόπολή μου. Ήμασταν πολύ κοντά. Μου λείπει μερικές φορές, όχι μόνο αυτή, γενικά η πόλη μου, οι γονείς μου, φίλοι, ακόμα και ο σπαστικός μου γείτονας.>>

Τον διάλογο των κοριτσιών εμποδίζει το κινητό της Μέριλιν το οποίο χτυπά δυνατά. Όταν η Μέριλιν το έβγαλε από την τσέπη της έμεινε έκπληκτη. Ήταν ο Μάικλ! Γιατί την καλούσε; Τι μπορεί να ήθελε; Μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να μάθει. Το σήκωσε.

<<Ναι Μάικλ;>>

Αμέσως αφού η Τζασλίν άκουσε την Μέριλιν, άρχισε να κάνει χειρονομίες ,να σχηματίζει καρδίες με τα χέρια της, να φιλά το κινητό της και όλα αυτά στην μέση του δρόμου, χωρίς να την νοιάζει αν την κοιτά οποιοσδήποτε. Η Μέριλιν για να μην γελάσει της γύρισε σχεδόν αμέσως την πλάτη. Έστρεψε όλη την προσοχή της στα λόγια του Μάικλ.

<<Που διάολο είσαι;>>

<<Εμ, έξω, για βόλτα! Νόμιζα πως…>>

<<Δεν με ενδιαφέρει τι νόμιζες, έλα για δουλειά τώρα!>>

Η Μέριλιν σχεδόν τρομοκρατήθηκε, τόσο, που απλά απάντησε ένα ξερό.

<<Ναι!>>

<<Και φέρε μου και έναν εσπρέσο μέτριο!>>

<<Ναι!>>

<<Και μην ξεχάσεις τον φάκελο με τα καινούργια στατιστικά, εσύ τον έχεις ακόμα. Δεν μπορούμε να τα παρατήσουμε τώρα που έχουμε πρόοδος!>>

<<Ναι!>>

<<Άντε έλα γρήγορα, α, και πάρε τυρόπιτες από τον φούρνο στην γωνία, πεινάω.>>

<<Ναι.>>

Ο Μάικλ έκλεισε πρώτος. Η Μέριλιν κοιτά έκπληκτη την φίλη της.

<<Τι έγινε Μέριλιν;>>

<<Λυπάμαι Τζασλίν! Δυστυχώς δεν με απέλυσαν! Πρέπει να γυρίσω σπίτι να πάρω ένα φάκελο για κάτι ετοιμοθάνατα παιδιά, να πάρω ένα εσπρέσο μέτριο και τυρόπιτα! Ο Μάικλ με θέλει εκεί αμέσως! Σόρρυ που διακόπτω την έξοδο μας με αυτόν τον τρόπο. Πρέπει να φύγω, φιλάκια!>>

Η Μέριλιν έτρεξε προς το σπίτι της αφήνοντας την Τζασλίν μόνη στους δρόμους της Κάρλιν. Η κοπέλα αν και εκνευρίστηκε, κατάπιε τα νεύρα της.

<<Και έτσι ο φεμινισμός πήγε πέντε βήματα πίσω, για αυτό μισώ της γκόμενες!>>

Δεν πρόλαβε να πάρει μερικά βήματα και το κινητό της χτύπησε. Τι είναι πάλι; Δεν της έφτανε που ξύπνησε νωρίς για να βγει για μία βόλτα που τελικά ακυρώθηκε; Έπρεπε να την παίρνουν τηλέφωνο ενοχλητικοί τύποι; Κοίταξε την οθόνη του κινητού της. Ήταν ο ξάδερφος της. Ήξερε πως ο Μάνουελ είναι ήσυχος τύπος και δεν είναι φίλος του τηλεφώνου, οπότε να την καλεί τόσο πρωί ήταν κάτι που σίγουρα δεν συνήθιζε.

<<Μάνουελ;>>

Ο Μάνουελ ακούγονταν αναστατωμένος.

<<Τζασλίν, πρέπει να με βοηθήσεις! Έχασα τον Τζόρτζ!>>

Ο Μάνουελ έχασε τον αδερφό του; Τα λόγια του ξαδέρφου της την μπέρδευαν όλο και περισσότερο.

<<Τι εννοείς τον έχασες;>>

<<Είμαστε στο πάρκο και κοίταξα για λίγο ένα παιχνίδι στο κινητό μου και όταν γύρισα να τον δω, δεν ήταν πια εκεί! Πρέπει να με βοηθήσεις να τον βρω! Είμαι στο πάρκο Ρέιντελ!>>

<<Μάνουελ ηρέμησε, είμαι πολύ κοντά, έρχομαι με το αμάξι!>>

Η Μέριλιν μπήκε στο γραφείο του Μάικλ έχοντας φορέσει την ρόμπα της. Κρατούσε στα χέρια της όλα όσα της είχε πει το αφεντικό της.

<<Άστα εδώ και πήγαινε μέσα, οι ασθενείς σου σε περιμένουν!>>

Η Μέριλιν πήρε μία μικρή παύση και αφού άφησε τα πράγματα στο γραφείο του Μάικλ του λέει αργά και σταθερά με ένα απολογητικό ύφος.

<<Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη για εχθές. Φέρθηκα απαίσια και εσύ απλά έκανες την δουλειά σου, θα έπρεπε να…>>

Ο Μάικλ την διακόπτει βίαια.

<<Δεν έχεις χρόνο να ζητήσεις συγγνώμη, πήγαινε στους ασθενείς! Τώρα!>>

Ο Μάνουελ κοιτούσε παντού τριγύρω στο πάρκο για κάποιο σημάδι του αδερφού του. Το πάρκο ήταν τεράστιο με πολλά παγκάκια και παιδικές κούνιες στο κέντρο. Τα δέντρα ήταν αρκετά ψηλά κι ο χοντρός κορμός τους δυσκόλευε την εντόπιση του Τζόρτζ. Ο Μάνουελ φώναζε τακτικά το όνομα του αδερφού του αλλά μάταια, κανείς δεν ανταποκρίνονταν. Η Τζασλίν τον ακούμπησε στον ώμο για να τον προειδοποιήσει για την παρουσία της.

<<Μάνουελ, ακούγεσαι μέχρι την πύλη! Που είναι ο Τζόρτζ;>>

<<Δεν ξέρω πραγματικά! Προσπαθώ εδώ και είκοσι λεπτά να τον βρω και τίποτα!>>

<<Ηρέμησε, κάπου εδώ γύρω θα είναι!>>

<<Εγώ φταίω Τζασλίν, σήμερα ξύπνησε και ήθελε να πάμε μία βόλτα στο πάρκο γιατί έχει μπουχτίσει στο σπίτι, και μόλις φτάσαμε εδώ, μετά από δέκα λεπτά, ήταν άφαντος!>>

<<Μην κατηγορείς τον εαυτό σου! Άσε που δεν είναι και μικρό παιδί! Είναι δεκαπέντε χρονών! Μπορεί να φροντίσει τον εαυτό του! Το κάνει κάθε άλλη μέρα που είσαι στην σχολή!>>

<<Έχει σύνδρομο Down Τζασλίν!>>

Η Τζασλίν σοκαρίστηκε, όχι από το γεγονός ότι ο αδερφός του Μάνουελ ήταν άτομο με σύνδρομο Down, αυτό το γνώριζε χρόνια τώρα. Σοκαρίστηκε από το γεγονός ότι ο Μάνουελ το χρησιμοποίησε σαν δικαιολογία και αδυναμία του αδερφού του. ‘Ήταν σαν να αχρήστευε τον αδερφό του για αυτό που είναι, ρίχνοντας το στην ασθένεια. Ο Μάνουελ άρχισε να φωνάζει πιο δυνατά, μέχρι που η φωνή του Τζορτζ ακούστηκε λίγα μέτρα μακριά.

<<Εδώ είμαι Μάνουελ! Τι έγινε;>>

Ο Τζόρτζ έγλειφε ένα πρασινομπλέ παγωτό χωνάκι. Ο Μάνουελ αρπάζει τον αδερφό του από τους ώμους και του λέει αναστατωμένος.

<<Που στο καλό ήσουν Τζόρτζ;>>

<<Χαλάρωσε Μάνι, απλά είδα ότι το παγωτατζίδικο έξω από το πάρκο είχε παγωτό γεύση τσιχλόφουσκα και είπα να πάρω! Στο είπα αλλά ήσουν απορροφημένος με το κινητό σου!>>

<<Αυτό ήταν, τέρμα η βόλτα σήμερα! Έκανα λάθος που σε έβγαλα, έπρεπε απλά να κάτσουμε σπίτι!>>

<<Δεν μπορώ άλλο μέσα στο σπίτι! Και δεν είμαι σκυλί να με βγάζεις όποτε θες! Δεν είσαι ούτε μπαμπάς ούτε μαμά!>>

<<Αυτοί σε άφησαν σε εμένα να σε προσέχω, άρα ο υπεύθυνος για εσένα είμαι εγώ!>>

<<Όχι, ο κάθε ένας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του!>>

<<Αυτό είναι, πάμε σπίτι!>>

<<Μήπως θες να μου βάλεις και λουρί;>>

Ο αδερφός του Μάνουελ προχώρησε μπροστά από τον αδερφό του και την ξαδέρφη του και κατευθύνθηκε προς το σπίτι όπου ακολουθούσαν και οι άλλοι δύο. Η Τζασλίν δεν μπορούσε να μην επέμβει σε αυτό που είδε.

<<Έχει δίκιο ξέρεις Μάνουελ.>>

<<Τζασλίν, δεν είσαι σπίτι, δεν ξέρεις τι περνώ κάθε μέρα, είναι σαν να είμαι γονιός χωρίς να το επέλεξα!>>

<<Ξέρω, αλλά έχει δίκιο, δεν μπορείς να βγαίνεις από το σπίτι και να συνεχίζεις την ζωή σου και να αφήνεις τον Τζόρττζ σπίτι μόνο του! Δεν είναι υγιές αυτό και το ξέρεις πολύ καλά!>>

<<Αν έχεις να προτείνεις κάτι πες το!>>

Η Τζασλίν έχει μία ιδέα.

Η Μέριλιν κατευθύνονταν πως το δωμάτιο της Έρρικα ή μάλλον τον ασθενή 164, σκέφτονταν ότι ήταν καλύτερα να την αποκαλεί έτσι. Το ίδρυμα έρευνας είχε πολλά μικρά δωμάτια ενός ή δύο ατόμων. Ο Διάδρομος που περπατούσε η Μέριλιν έμοιαζε ατελείωτος. Δεξιά και αριστερά της υπήρχαν πόρτες για το κάθε δωμάτιο καθώς και μεγάλα παράθυρα για να βλέπεις το εσωτερικό τους όπως περνάς. Αν και γενικά ήταν κάπως σκοτεινός σαν χώρος χάρις το γκρι βάψιμο και το σκουρόχρωμο πλακάκι, οι ηλιαχτίδες του ήλιου έκαναν το μέρος πιο πρόσχαρο. Η Μέριλιν είχε φτάσει εκεί που ήθελε. Πήρε μία βαθιά ανάσα και μπήκε στο δωμάτιο. Μέσα στο δωμάτιο η Έρρικα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι και ο πατέρας της είχε στηρίξει το κεφάλι του στα χέρια του προκειμένου να κοιμηθεί όσο μπορεί. Αν ο διάδρομος ήταν μία φορά φωτεινός, το δωμάτιο της Έρρικα ήταν επι δέκα. Πίσω από την μικρή υπήρχαν πολλά μόνιτορ καθώς και οροί με το υποτιθέμενο φάρμακο. Μόλις π πατέρας του κοριτσιού αντιλήφθηκε την νεαρή γιατρό, αμέσως έτρεξε προς το μέρος της. Η Ερρικα άρχισε να επανέρχετε από τον λήθαργο της.

<<Γεια σας, έγινε κάτι;>>

<<Όχι, απλά ήρθα να την παρακολουθήσω λίγο!>>

<<Νιώθω ήδη καλύτερα!>>, φωνάζει ενθουσιασμένη η Ερρικα.

<<Χαίρομαι καλή μου!>>

Ο πατέρας του κοριτσιού λέει στην Μέριλιν.

<<Πραγματικά εγώ και η γυναίκα μου δεν ξέρουμε πώς να σας ευχαριστήσουμε!>>

<<Απλά την δουλειά μας κάνουμε!>>

Η Μέριλιν προσπαθούσε να αποφύγει την συζήτηση, αλλά ο πατέρας της Έρρικα ήταν επίμονος.

<<Δεν είναι μέρος της δουλειάς σας να είστε τόσο καλοί μαζί μας! Είχαμε πάει σε τόσους γιατρούς και όλοι μας έλεγαν ότι δεν υπάρχει ελπίδα, εσείς όμως, μας κάνατε να νιώσουμε ότι το κοριτσάκι μας είναι ασφαλής! ‘Όταν μας επιλέξατε για την μελέτη εγώ και η γυναίκα μου ήμασταν τόσο ενθουσιασμένοι.>>

<<Ευχαριστούμε πολύ, δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε σε μία τόσο γλυκιά φατσούλα!>>

<<Η προσφορά σας σημαίνει τα πάντα για εμάς!>>

<<Τα παραλέτε τώρα!>>

<<Όχι, το εννοώ, πρώτη φορά βλέπω το κοριτσάκι μου τόσο καλά, πρώτη φορά έχω ελπίδες! Και έχω εσάς να ευχαριστώ για αυτό!>>

Η καρδιά της Μέριλιν πονούσε πιο πολύ όσο περισσότερο μιλούσε ο πατέρας της μικρής. Τι να τους έλεγε; Ότι το φάρμακο είναι απλά ψεύτικο; Ο πατέρας της Έρρικα ήταν τόσο ευγνώμων που θα έσωζαν την ζωή της κόρης του, αλλά η Μέριλιν ήξερε πολύ καλά πως αυτή η χαρά θα έλειγε αργά ή γρήγορα.

<<Λοιπόν, Έρρικα, κοιμήσου όσο θες, και θα συνεννοηθώ με τις νοσηλεύτριες να αφήσουν τον αδερφό σου να περάσει και ας μην είναι ώρες επισκεπτηρίου! Εντάξει;>>

<<Τέλεια!>>

Η Μέριλιν έπρεπε απλά να βγάλει από το κεφάλι της την σκληρή αλήθεια και απλά χαμογέλασε στην μικρή αποχαιρετώντας τον πατέρα της. Αυτό που δεν ήξερε η Μέριλιν ήταν ότι ο Μάικλ είχε δει τα πάντα.

Στο σπίτι του Μάνουελ., η Τζασλίν ετοίμαζε δείπνο στην κουζίνα. Το κύριο μέρος του σπιτιού του Μάνουελ ήταν το σαλόνι το οποίο το έβλεπες με το που άνοιγες την πόρτα του διαμερίσματος. Στα αριστερά ήταν η πόρτα της κουζίνας ενώ στα δεξιά ο διάδρομος που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια. Το μπεζ χρώμα κυριαρχούσε στον χώρο με σχετικά απλά έπιπλα. Δίπλα από την μεγάλη τηλεόραση υπήρχε ένας καμβάς στον οποίο ζωγράφιζε ο Τζόρτζ ο οποίος φώναξε την Τζάσλιν να έρθει λίγο στο σαλόνι. Έτσι και έκανε. Ο Μάνουελ την ακολούθησε από περιέργεια. Ο Τζορτζ της έδειξε την ζωγραφιά της. Ήταν έξι ροζ τρίγωνα με έναν επίσης ροζ έλικα στο τέλος.

<<Μπορείς να καταλάβεις τι είναι; Ο Μάνοευλ εδώ και πέντε μέρες δεν μπορεί να το βρει!>>

Η Τζασλίν στρέφει το κεφάλι της προς τα αριστερά, μένει λίγο ακίνητη και παρατηρεί την ζωγραφιά.

<<Γουρούνι; Πολύ καλό!>>

<<Που το είδες το γουρούνι;>>, ρωτά ο Μάνουελ, αλλά ο αδερφός του συγχαίρει την Τζασλίν.

<<Μπράβο ξαδέρφη! Το βρήκες!>>

<<Γουρούνι είναι;>>

Ο Μάνουελ συνεχίζει να κοιτά την ζωγραφιά αλλά δεν φαίνετε να καταλαβαίνει πολλά ακόμα. Η Τζάσλιν κατευθύνεται προς την κουζίνα να συνεχίσει το μαγείρεμα της και ο Μάνοευλ την ακολουθεί. Ύστερα της λέει ψιθυριστά.

<<Ακόμα δεν νομίζω οτι είναι καλή ιδέα, δεν έχει συνηθίσει να είναι περιτριγυρισμένος από κόσμο.>>

<<Κάνεις λάθος, εσύ δεν έχεις συνηθίσει να είναι περιτριγυρισμένος από κόσμο. Δώστου μία ευκαιρία και βάλτον στην ζωή σου, σε κανέναν δεν αξίζει να είναι μόνος!>>

Το κουδούνι χτύπησε και το κεφάλι της Τζασλίν και του Μάνουελ προεξέχουν από την κουζίνα. Ο Μάνουελ ρωτά.

<<Ποιος είναι από τώρα;>>

Ο Μάνουελ ανοίγει την πόρτα. Έξω, στέκεται ο Λουκ με ένα μπουκάλι κρασί. Ο Μάνουελ του συστήνεται και του κάνει νόημα να μπει μέσα. Η Τζασλίν φωνάζει από την κουζίνα και του λέει να πάει προς το μέρος της. Πριν όμως ο Λουκ μπει στην κουζίνα, σταματά και βλέπει την ζωγραφιά.

<<Αυτό είναι γουρουνάκι ε;>>

Ο Μάνουελ απόρησε άλλη μία φορά πως γίνεται να είναι ο μόνος που δεν εντοπίζει το γουρούνι; Ο Λουκ μπαίνει στην κουζίνα και πριν μιλήσει στην Τζασλίν παίρνει ένα κομμάτι μπέικον και το καταβροχθίζει.

<<Τρως ωμό μπέικον; Αυτό είναι λάθος!>>

<<Και άλλα ομά κρέατα που βάζεις εσύ στο στόμα σου μου φαίνονται λάθος, δεν με είδες ποτέ να σε κριτικάρω!>>

Ο Λουκ πάει στον νιπτήρα να πλύνει τα χέρια του ενώ η Τζασλίν προσπαθεί να κρύψει το χαμόγελο της.

Ήταν η ώρα που σχόλαγε η Μέριλιν. Έβαλε το παλτό της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο όπου αναγκαστικά περνούσε από το γραφείο του Μάικλ. Προσπάθησε να μην πει τίποτα, δεν ένιωθε άνετα με τον Μάικλ από τα γεγονότα της χθεσινής μέρας. Ο Μάικλ όμως δεν νιώθει το ίδιο.

<<Φεύγεις χωρίς να χαιρετήσεις;>>

<<Σχετικά με χθες….>>

<<Δεν έγινε τίποτα χθες.>>

<<Τι;>>

<<Δεν αναφέρθηκε κάτι στα πρακτικά του γραφείου.>>

Ο Μάικλ την κοιτά ευγενικά με ένα μικρό χαμόγελο στα χείλι του. Η Μέριλιν κατάλαβε ότι ο Μάικλ την κάλυψε από το υπόλοιπο ίδρυμα και δεν της κράτησε κακία.

<<Ευχαριστώ.>>

Ο Μάικλ σηκώνεται από την θέση του και στέκεται όρθιος με τα πόδια σταυρωμένα στηρίζοντας το βάρος του στο γραφείο.

<<Ήσουν καλή σήμερα, κρατήθηκες στο ύψος σου. Σε είδα, όταν ήσουν στο 164.>>

<<Ναι, ήταν περίεργα.>>

<<Δεν σε διάλεξα τυχαία ξέρεις.>>

<<Τι;>>

<<Δεν σε διάλεξα τυχαία. Είδα τις ικανότητες σου στο βιογραφικό και ήξερα πως ήσουν κάτι απαραίτητο για αυτήν την έρευνα. Όταν σε γνώρισα ακόμα καλύτερα, κατάλαβα και άλλα πράγματα.>>

<<Όπως;>>

<<Δεν χρειαζόμουν απλά έναν γιατρό, χρειαζόμουν έναν άνθρωπο εδώ. Όλοι μπορούν να διαχειριστούν αριθμούς αν τους μάθεις, λίγοι όμως είναι εκείνοι που μπορούν να διαχειριστούν τους ανθρώπους και τα συναισθήματα. Για αυτό σε διάλεξα, ήξερα οτι είχα να κάνω με μία καλή γιατρό, άσε που είσαι άχρηστη σε οτιδήποτε άλλο!>>

<<Παρακαλώ;>>

<<Δεν κάνεις ούτε για γραμματέας, αυτός ο εσπρέσο που μου έφερες το πρωί ήταν ο χειρότερος καφές που έχω πιει.>>

Η Μέριλιν χαμογελά και ο Μάικλ ανταποδίδει. Αυτό ήταν το χιούμορ του Μαικλ, και ή Μέριλιν ήταν από τα λίγα άτομα που το καταλάβαινε. Ύστερα ή Μέριλιν του λέει απολογητικά.

<<Συγγνώμη για το χαστούκι.>>

<<Δεν πειράζει, το άξιζα.>>

Ή Μέριλιν δεν περίμενε ποτέ ο Μάικλ να αποδεχτεί κάτι τέτοιο. Ίσως έκρυβε περισσότερα από όσα έδειχνε. Δεν είχε το κλασικό ειρωνικό του ύφος και οι λέξεις του δεν εξέφραζαν μόνο σαρκασμό. Ήταν σχεδόν… ευγενικός. Ήταν σαν να γνώριζε τον Μάικλ ξανά από την αρχή. Έπειτα είπε με κοροϊδευτικό και συνάμα ναζιστικό ύφος.

<<Ο Μάικλ Μπράιστόουν παραδέχεται το λάθος του; Είμαι έκπληκτη! Δεν το ζεις κάθε μέρα!>>

<<Γιατί λίγα άτομα αξίζουν την ειλικρίνεια μου.>>

Η Μέριλιν αργεί να απαντήσει στον Μάικλ, σαν να ζούσε μία σκηνή που δεν ήθελε να τελειώσει. Το λόγια του την σόκαραν, αλλά της άρεσε έτσι, ο Μάικλ της άρεσε έτσι.

<<Θα το πάρω σαν κομπλιμέντο.>>

Το κινητό της Μέριλιν χτυπά.

<<Η Τζασλίν θα είναι, με έχει καλέσει σπίτι του Μάνουελ για να γνωρίσουμε τον αδερφό του. Θες μα έρθεις;>>

Ο Λουκ είχε φάει σχεδόν τα μισά μπέικον και η Τζασλίν τον είχε βάλει στον καναπέ σαν τιμωρία ενώ αυτή μαγείρευε στην κουζίνα με τον Μάνουελ και τον αδερφό του. Το κουδούνι χτυπά για άλλη μία φορά και η Τζασλίν φωνάζει στον Λουκ να ανοίξει την πόρτα. Ο Λουκ αντίκρισε τον Τίμμυ όταν άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Ο Τίμμυ ρωτά ξαφνιασμένος.

<<Ποιος είσαι εσύ;>>

<<Ποιος είσαι εσύ;>>

Ο Τίμμυ μπαίνει στο σαλόνι χωρίς να απαντήσει στον Λουκ. Αφού δεν βλέπει την φίλη του, ρωτά για άλλη μία φορά τον Λουκ.

<<Που είναι η τρελή;>>

<<Αν εννοείς την Τζασλίν, είναι μέσα μαγειρεύει, εμένα μου έχουν απαγορεύσει να ξαναμπώ μέσα.>>

<<Γιατί; Τι έκανες ατακτούλη;>>

Λέει ο Τίμμυ και ακουμπά πονηρά την μύτη του Λουκ.

<<Συγγνώμη φίλε, δεν είσαι ο τύπος μου.>>

<<Γιατί; Σου αρέσουν οι bear;>>

<<Τι;>>

Προφανώς ο Λουκ δεν γνώριζε από ομοφυλόφιλη ορολογία, έτσι ο Τίμμυ έστριψε την προσοχή του άλλου.

<<Τίποτα άστο, τώρα βεβαιώθηκα ότι δεν είσαι ο τύπος μου.>>

Ο Λουκ έμεινε ξαφνιασμένος με την άνεση που είχε ο Τίμμυ πάνω στην σεξουαλικότητα του. Ο κολλητός της Τζάσλιν όδευσε προς την κουζίνα, αλλά πριν μπει μέσα, είπε στον Λουκ.

<<Αυτό στον πίνακα είναι γουρούνι; Ενδιαφέρον…>>

Ο Τίμμυ μπαίνει στην κουζίνα και το κουδούνι χτυπά για ακόμη μία φορά. Ο Λουκ ανοίγει πάλι την πόρτα. Ήταν η Μέριλιν και ο Μάικλ που είχαν φέρει κρασί. Εκείνη την στιγμή οι υπόλοιποι είχαν βγει από την κουζίνα καθώς είχαν βάλει το κοτόπουλο να ψήνεται. Η Τζασλίν τρέχει προς το μέρος των παιδιών και συστήνει τον Λουκ. Στην συνέχεια όλοι έκατσαν στο καναπέ και τις πολυθρόνες. Η βραδιά είχε ωραίο ρυθμό, όλοι άρχιζαν σιγά σιγά να γνωρίζονται. Ακόμα και ο Μάνοευλ άρχισε να συμπαθεί τον Μάικλ, δεν ήταν τόσο απόμακρος σήμερα. Μπορούσε να δει την χαρά στα μάτια του μικρού αδερφού του. Τότε ο Μάικλ είπε κάτι που τον αναστάτωσε.

<<Γουρούνι είναι αυτό;>>

Ο Μάικλ στέκονταν μπροστά από τον πίνακα πίνοντας κρασί. Ο Μάνουελ τον πλησιάζει.

<<Εντάξει, μην με εκνευρίζεις πάλι! Που σκατά βλέπεις το γουρούνι;>>

Ο Λουκ και ο Τζορτζ πλησίασαν για να λύσουν την απορία του Μάνουελ. Τα κορίτσια και ο Τίμμυ κάθονται στον καναπέ. Ο Τίμμυ δεν μπορούσε να κρύψει την περιέργεια του.

<<Εντάξει κοπελιά, δεν μου λες, αυτός είναι ο Λουκ που μου έλεγες ότι τραγουδήσατε στο καπιλιο-μπαρ;>>

<<Ναι.>>

<<Ξέχασες να μου πεις ότι είναι κούκλος, και εσένα αυτά δεν σου ξεφεύγουν, τι τρέχει με την ζωή σου Τζασλίν Μέντεζ;>>

<<Κούκλος, σιγά τώρα, άσε που δεν ενδιαφέρομαι.>>

<<Αγάπη μου, την μέρα που εσύ είπες ότι δεν σε ενδιαφέρει ένας άντρας με απίστευτο κολαράκι, μπράτσα και φάτσα τύπου «θα σε γαμίσω και θα γουστάρεις» , είναι η μέρα που η Αίγυπτος θα διαθέτει αρκετά ζιζανιοκτόνα για τις κατάρες της. Εξάλλου, αφού δεν τον γουστάρεις, γιατί δεν έφερες τον ‘Αντριου;>>

<<Έλα τώρα Τίμμυ, χαλάρωσε.>>

<<Πίστεψε με, είμαι αρκετά χαλαρός.>>

Η Μέριλιν πεθαίνει από τα γέλια. Τα αστεία του Τιμμυ παρα την σεξουαλική τους φύση ήταν πάντα πετυχημένα. Η Τζασλίν απαντά στον κολλητό της.

<<Απλά νομίζω ότι ο Άντριου δεν θα ταίριαζε μαζί μας, είναι σε άλλη φάση, είναι καθηγητής, και δεν ήθελα ο Λουκ να νιώθει περίεργα.>>

<<Άρα αυτό που μας λες είναι ότι προτίμησες τον Λουκ από τον Άντριου;>>

<<Σου είπα Τίμμυ, δεν θα άρεσε εδώ στον Άντριου. Τον ξέρω, είναι μεγαλύτερος και πιο σοβαρός, δεν έχει χρόνο για τέτοια.>>

Ο Τίμμυ σταμάτησε να ασχολείται με την κολλητή του και έστριψε την προσοχή του στην Μέριλιν. Ή υπερβολικά κοινωνική του στάση δεν ξαφνιάζει καθόλου τα δύο κορίτσια, ήταν κάτι που χαρακτήριζε τον Τίμμυ εξάλλου.

<<Πες μου εσύ που είσαι από μικρή πόλη τα απλά σου προβλήματα.>>

<<Εμένα απλά μου λείπει το σπίτι μου! Μακάρι να υπήρχε μία μαγική πόρτα να πηγαινοερχόμουν αλλά δεν μπορώ λόγο δουλειάς και σχολής.>>

Ο Τίμμυ έστρεψε την συζήτηση στον τομέα που τον ενδιέφερε.

<<Με αυτόν τον Μάικλ τι έγινε;>>

<<Τίποτα, τι να γίνει;>>

<<Αγάπη μου, άκου με που σου λέω, οι μόνοι που δεν ξέρετε ότι αλληλογουστάρεστε είστε εσείς οι ίδιοι. Έχεις δει πως σε κοιτά;>>

<<Πως;>>

<<Σίγουρα πάντως όχι σαν απλό συνάδερφο.>>

Η Μέριλιν κοιτά τον Μάικλ όσο αυτός μιλά με τους άλλους μπροστά από τον πίνακα. Ή αλήθεια είναι πως δεν τον είχε προσέξει ποτέ. Ο Τίμμυ της άνοιξε πολλά ερωτηματικά. Όντως υπήρχε ένα ενδιαφέρον προς τον Μάικλ, και όχι απλά συναδερφικό. Αμέσως ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί στον νεο φίλο της.

<<Είναι καλός άνθρωπος, απότομος, αλλά καλός. Απλά κάθε φορά που μου ανοίγεται νομίζω ότι τον γνωρίζω όλο και πιο πολύ, αλλά πάντα έχω την αίσθηση ότι μου κρύβει κάτι.>>

<<Τι λες να λένε τώρα όλοι τους εκεί μαζεμένοι;>>, αναρωτιέται ο Τίμμυ ενώ η Τζασλίν σηκώνεται και πάει προς την κουζίνα.

<<Δεν ξέρω και δεν με ενδιαφέρει, δεν μπορώ να ασχοληθώ και με δικά τους θέματα τώρα, πάω να δω το κοτόπουλο με το μπέικον.>>

Ο Μάικλ, ο Λουκ και ο Τζόρτζ παράλληλα προσπαθούν να δείξουν στον Μάνουελ το γουρούνι στον πίνακα. Ο Λουκ του λέει.

<<Βλέπεις τα τέσσερα ροζ τρίγωνα στον πάτο; Είναι τα πόδια!>>

<<Ναι.>>

Ο Μάικλ επεμβαίνει.

<<Τέλεια Μάνουελ, τώρα βλέπεις τα δύο ροζ τρίγωνα προς τα πάνω; Είναι τα αυτιά!>>

Ο Λουκ βοηθά τον Μάνουελ.

<<Και η ουρά είναι αυτό το στροβιλικό στο τέλος, κατάλαβες;>>

Ο Μάνουελ δεν μιλά για λίγο και ξαφνικά λέει.

<<Όχι! Δεν το βλέπω!>>

<<Είσαι απίστευτος! Είναι κυριολεκτικά μπροστά σου!>>, του φωνάζει ο Μάικλ.

Η κραυγή της Τζάσλιν όμως υπερτέρησε. Όλοι έτρεξαν προς την κουζίνα και δεν έβλεπαν τίποτα παρα πυκνό καπνό. Η Τζασλίν ακούγονταν να βήχει από μέσα.

<<Σόρρυ παιδιά το κοτόπουλο κάηκε.>>

Μετά από λίγο, όλοι τρώγαν ταϊλανδέζικο στο σαλόνι. Κανείς δεν είχε σταματήσει να γελά και να κοροϊδεύει την Τζασλίν για τις μαγειρικές της ικανότητες. Κάτι όμως έλειπε από την ατμόσφαιρα στα μάτια της Μέριλιν, μέχρι που είδε τον Μάικλ. Ο Μάικλ είχε τελείωσε νωρίτερα το πιάτο του και καθόταν στην βεράντα μόνος και έπινε κρασί. Χάζευε τον καθαρό νυχτερινό πανέμορφο ουρανό με ολόγιομο φεγγάρι. Η Μέριλιν στέκεται δίπλα του κρατώντας επίσης το κρασί της. Η θέα ήταν μαγευτική. Μπορεί το σπίτι του Μάνοευλ να ήταν στο κέντρο της πόλης, αλλά επειδή βρίσκονταν σε ανηφόρα, έβλεπες πολλά άλλα σπίτια και τα ταράτσες τους.

<<Μόνος;>>, ρωτά η Μέριλιν.

<<Ναι, μου αρέσει αν σκέφτομαι αυτήν την ώρα, οι σιωπές με βοηθούν.>>

<<Σιωπές;>>

<<Έχεις παρατηρήσει ποτέ πόσο άδεια είναι η πόλη το βράδυ; Μπορεί να περπατήσεις στην μέση της λεωφόρου και να μην ανησυχείς για τίποτα, να πηγαίνεις στο πάρκο και να χαζεύεις τα άστρα την ώρα που είναι πιο όμορφα και ορατά από όλη την μέρα. Αυτά είναι που σου προσφέρουν οι σιωπές, την ώρα που κανείς δεν μιλά, αλλά ζεις τις μεγαλύτερες αλήθειες.>>

<<Και τι σκέφτεσε σε αυτές τις σιωπές;>>

<<Διάφορα, στιγμές, φιλίες, αγάπες….>>

Τα λόγια του Μάικλ ήταν ακόμα πιο μαγευτικά από το απόγευμα. Ο νεαρός άρχισε πάλι να της ανοίγετε, κάτι που την γοήτευσε ιδιαίτερα. Ένιωθε σαν να μπορεί να εκμυστηρευτεί τα πάντα στον Μάικλ, παρόλο που τον ήξερε τόσο λίγο.

<<Αυτό είναι πολύ όμορφο. Δεν σε έχω ρωτήσει ποτέ για την αγάπη.>>

<<Δεν με έχεις ρωτήσει ποτέ για πολλά πράγματα.>>

<<Την είναι η αγάπη για εσένα;>>

Ο Μάικλ καθυστέρησε λίγο να απαντήσει, κάτι που δεν συνηθίζει.

<<Δεν ξέρω αν την έχω βιώσει όσο θέλω, αλλά ξέρω ένα πράγμα, η αγάπη είναι για τους εκλεκτούς.>>

<<Αυτό είναι πολύ όμορφο.>>

<<Ναι, είναι.>>

Η Μέριλιν γυρνά να κοιτάξει τον Μάικλ και καταλαβαίνει ότι την κοιτά και εκείνος. Απλά έμειναν να κοιτούν ο ένας τον άλλον, και συνέχισαν έτσι, κανείς δεν έλεγε κάτι, απλά κοιτάζονταν στα μάτια, όπως έλεγε ο Μάικλ, σιωπές.

Ο Λουκ διακόπτει την ειδυλλιακή στιγμή.

<<Λοιπόν παιδιά, εγώ, η Τζασλίν και ο Τίμμυ θα φύγουμε, θα έρθετε μαζί μας;>>

Η Τζασλίν κοιτά πονηρά την Μέριλιν, σαν να ξέρει γιατί δεν τους άκουγαν παρόλο που φώναξαν τρεις φορές για την αποχώρηση τους.

Μετά από λίγο, ο Μάικλ και η Μέριλιν βρίσκονταν στο αμάξι του Μάικλ. Δεν είχαν πει πολλά στον δρόμο, απολάμβαναν και οι δύο την σιωπή.

<<Μάικλ, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;>>

<<Ότι θες.>>

<<Έχεις ερωτευτεί ποτέ;>>

Ο Μάικλ γελά. Η Μέριλιν τον σπρώχνει.

<<Έλα τώρα, μην γελάς, πες μου!>>

Δεν γνώριζε γιατί ακριβώς, αλλά ή Μέριλιν ανυπομονούσε για την απάντηση του Μάικλ.

<<Δεν νομίζω να έχω γνωρίσει ακόμα τον έρωτα, νομίζεις θα είχα τόσα νεύρα;>>

Τώρα πια ο Μάικλ πάρκαρε κάτω από το σπίτι της νεαρής. Πριν όμως η Μέριλιν βγει από το αμάξι, είπε στον Μάικλ.

<<Ήθελα να σου κάνω μία ερώτηση τις προάλλες αλλά έφυγες εκείνη την ώρα και δεν πρόλαβα.>>

<<Τι είναι;>>

Για άλλη μία φορά οι δύο νέοι κοιτάζονται βαθιά στα μάτια. Και πάλι, σιωπή. Η Μέριλιν όμως την σπάει. Αποφάσισε όμως να μην αποκαλύψει τις σκέψεις της.

<<Τίποτα, κάτι χαζό για την δουλειά! Θα στα πω αύριο που θα έχω καθαρό κεφάλι.>>

<<Εντάξει.>>

Η Μέριλιν κλείνει την πόρτα πίσω της και μπαίνει στην πολυκατοικία ενώ ο Μάικλ οδηγεί προς το σπίτι του. «Ως εδώ!» σκέφτηκε. Δεν μπορούσε να κρύβει άλλο τα συναισθήματα του για την Μεριλιν, ήθελε να τις πει τα πάντα, ότι την αγαπούσε, ότι αυτή είναι η εκλεκτή του. Έκανε επιτόπου στροφή κάνοντας τα λάστιχα να τριφτούν έντονα στην άσφαλτο και πάρκαρε κάτω από το σπίτι της νεαρής συνάδερφου του. Για καλή του τύχη δεν ήταν η ώρα που κλείδωναν την κυρια είσοδο της πολυκατοικίας και χάρις τα κουδούνι ήξερε σε ποιον όροφο έμενε η Μεριλιν. Ανέβαινε τις σκάλες σχεδόν τρέχοντας και στάθηκε έξω από την πόρτα της. Χτύπησε το κουδούνι. Ή τώρα ή ποτέ σκέφτηκε.

Ξαφνικά άκουσε χαχανίσματα μέσα στο διαμέρισμα και μετάνιωσε αμέσως την απόφαση του, αλλά ήταν πολύ αργά για να κάνει πίσω. Ένας γλυκός καστανόξανθος άντρας με παραπάνω κιλά, μούσια και καταπράσινα μάτια του άνοιξε την πόρτα χαμογελώντας του. Το κρεββάτι μπορούσε να φανεί πίσω από την πλάτη του άντρα. Η Μέριλιν ήταν στο κρεβάτι και γέλαγε.

<<Γεια σου φίλε, τι θες;>>

Όπως πριν…σιωπές.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Menu Title