background img
Μιχάλης Νάστος

Χαρούμενοι Στο Σκοτάδι «ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο»

3 έτη ago written by

ΕΙΝΑΙ ΚΟΛΑΣΗ ΕΚΕΙ ΕΞΩ

 

Η Μέριλιν γελούσε με την καρδιά της. Δεν περίμενε ο Μάικλ να έχει τόσο χιούμορ. Ο Μάικλ σαν άνθρωπος ήταν κάτι πολύ ξένο για αυτήν, στην μικρή πόλη που μεγάλωσε το μαύρο χιούμορ και η έντονη ειρωνεία ήταν κάτι πολύ παρεξηγήσιμο. Παρόλα αυτά, αυτή γελούσε με αστεία για ετοιμοθάνατους ασθενείς που της έλεγε ο Μάικλ. Παλιά θεωρούσε αυτά τα αστεία ανώριμα και αντιαισθητικά, αλλά πρόσφεραν μία ιδιαίτερη γοητεία στον Μάικλ. Τον συλλογισμό της διέκοψε το επόμενο αστείο του Μάικλ.

<<Τι λένε δύο κωφοί μεταξύ τους;>>

<<Τι;>>

   Ο Μάικλ απλά την κοιτά στα μάτια και της χαζογελά.

<<Δεν κατάλαβα… δεν είπες τίποτα…>>

<<Ακριβώς!>>

   Ο Μάικλ συνέχισε να χαμογελά, όλο και πιο έντονα. Τότε η Μεριλιν κατάλαβε το σκοτεινό νόημα πίσω από το ανέκδοτο.

<<Πως σου αρέσουν αυτά τα αστεία;>>

<<Γιατί είναι άκρως ρεαλιστικά!>>

<<Δεν είναι ρεαλιστικό να κοροϊδεύεις άτομα με αναπηρία!>>

<<Πρώτον, οι  κωφοί δεν θεωρούν τον εαυτό τους ανάπηρο, αλλά γλωσσική μειονότητα και δεύτερον, γιατί δεν είναι ρεαλιστικό; Επειδή έτσι σου είπε η μαμά και ο μπαμπάς σου;>>

<<Γιατί εσένα σου έλεγαν ότι είναι σωστό;>>

<<Δεν μου το είπαν ποτέ… δεν μου είπαν ποτέ τίποτα…>>

   Η φωνή του Μάικλ βαραίνει την ατμόσφαιρα και ο νεαρός κοιτά το ποτήρι του.  Το πρόσωπο του απέκτησε ένα σκεπτικό ύφος. Η Μέριλιν απόρησε αν έξυσε κάποια πληγή. Τότε απόρησε τι γνωρίζει για τους γονείς του Μάικλ. Έκανε τέτοια βλακεία;

<<Ωχ, Μάικλ, συγγνώμη… δεν… δεν ήθελα να …>>

   Ο Μάικλ την κοιτά αρχικά σοβαρά, αλλά δεν κρατιέται για πολύ και γελά ακόμα πιο δυνατά από την προηγούμενη φορά. Η Μέριλιν σοκαρίστηκε και τον χτύπησε στην πλάτη.

<<Δεν το πιστεύω! Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό! Ένιωσα τόσο άσχημα. Ντροπή σου!>>

<<Έπρεπε να δεις την φάτσα σου! Πρέπει να βρισκόμαστε πιο πολύ μεταξύ μας! Με κάνεις και γελάω! Είσαι τόσο αθώα!>>

<<Δεν είμαι τόσο!>>

Ο Μάικλ γελά άλλη μία φορά.

<< Είσαι απίστευτη! Συνέχισε να το κάνεις!>>

<<Αλλιώς;>>

<<Θα σε απολύσω!>>, λέει ο Μάικλ κοιτώντας την πολύ σοβαρά.

    Μία ανατριχίλα διαπέρασε την Μέριλιν, σαν ο Μάικλ να το  εννοούσε πραγματικά. Ήξερε πως δεν το εννοούσε, αλλά ότι έβγαινε από το στόμα του Μάικλ της έμοιαζε τόσο πειστικό.

Ο νεαρός σηκώνεται από το τραπέζι και αφήνει λεφτά στο πάγκο, η Μέριλιν πάει να βγάλει το πορτοφόλι από την τσάντα της αλλά ο Μάικλ της κρατά το χέρι.

<<Ήταν χαρά μου, πέρασα καλά, με έκανες και γέλασα.>>

<<Δεν θέλω να με περάσεις για αυτό το κορίτσι…>>

<<Σε έχω περάσει ήδη.>>

Η Μέριλιν τον κοιτά βαθειά στα μάτια και ο Μάικλ γελά ακόμα πιο έντονα. Της κάνει νόημα να μπει στο αμάξι του. Όταν η Μέριλιν μπήκε μέσα μύρισε κατευθείαν το άρωμα από τα δερμάτινα μπεζ καθίσματα. Ο Μάικλ στρέφετε προς το μέρος της και της λέει ευγενικά.

<<Λοιπόν; Που σε αφήνω;>>

<<Στο date bar στο τέλος του δρόμου. Θα βρεθώ με κάτι παιδία από διάφορα εξάμηνα, θες να έρθεις; Πάω στοίχημα θα χαρούν να σε γνωρίσουν.>>

<<Δεν ξέρω… βαριέμαι τους πολλούς ανθρώπους.>>

<<Γιατί;>>

<<Γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο εγωκεντρικοί που συνέχεια καυχιούνται και προβάλουν τον εαυτό τους όταν είναι σε μεγάλα γκρουπ. Στα δύο άτομα όμως, χτίζεται ένας διάλογος, μία επικοινωνία.>>

Όσο πιο πολλά έλεγε ο Μάικλ τόσο πιο πολύ η Μέριλιν χάνονταν στα λόγια του. Ήταν σαν να ασκούσε κάποια αόρατη δυναμη πάνω της, λες και αποκάλυπτε τα μεγαλύτερα μυστικά του κόσμου.

Ο Μάικλ σταματά το αμάξι έξω από το date bar. Η μέριλιν του λέει.

<<Ευχαριστώ για το ποτό, είσαι σίγουρος ότι δεν θες να έρθεις;>>

<<Ναι, εξάλλου, έχω τάξει μερικά ντόνατς σε ένα φίλο το πρωί.>>

<<Σοβαρά τώρα;>>

 Όντως της φάνηκε περίεργο, τι ακριβώς είχε κανονίσει για το πρωί ο Μάικλ; Η Μέριλιν δεν ήθελε να τελειώσει τόσο απλά η βραδιά της με τον Μαικλ, έτσι, παίρνει μια βαθιά ανάσα και λέει πριν κλείσει την πόρτα.

<<Τελευταία ευκαιρία, θα έρθεις; Εσύ είπες ότι πρέπει να ξοδεύουμε περισσότερο χρόνο μαζί;>>

 Μέσα στο date bar, τα φώτα αναβοσβήνουν σε διάφορους χρωματισμούς. Οι περισσότεροι είναι ντυμένοι προκλητικά και φέρουν νουμεράκι στο δεξί τους στήθος. Στον ένα τοίχο, υπάρχουν ντουλαπάκια με νούμερα. Η Tζάσλιν κάθεται με τον Μάνουελ και τον Τίμμυ σε ένα στρογγυλό τραπέζι με ημικύκλιο κόκκινο καναπέ. Ο Τίμμυ είναι ο κολλητός της Τζασλίν. Φορούσε ένα στενό τζιν σωλήνα παντελόνι και τζιν ζακέτα, είχε κοντά μαύρα μαλλιά με μία φράντζα που άρχιζε από τα δεξιά και το χέρι του κοσμούνταν με δαχτυλίδια. Η Μάνουελ εξηγούσε στην ξαδέρφη του την εμπειρία του μέχρι τώρα στην σχολή.

<<Και μετά αναγκάστηκα να είμαι όλη μέρα με αυτόν τον βλάκα τον Μάικλ.>>

<<Ποιος είναι αυτός;>>

<<Ένας με τον οποίο πρέπει να συνεργαστώ προκειμένου να γράψουμε μία ιστορία με βάση τον Γιάννικ που σας είπα ότι επισκεφτήκαμε;>>

<<Το τρελό;>>, ρωτά ο Τίμμυ.

<<Ναι!>>

Η Τζάσλιν σηκώνει το χέρι γεμάτη ενθουσιασμό, σαν να κάνει νόημα. Προφανώς χαιρετώντας κάποια φίλη της.

<<Να η Μέριλιν!>>

Ο Μάνουελ αμέσως προσέχει τον Μάικλ στο πλευρό της. Όχι, αυτό δεν έπρεπε να γίνει, έπρεπε να τον βλέπει κάθε μέρα στο πανεπιστήμιο, ήταν ανάγκη να τον συναντά και στην προσωπική του ζωή;

<<Ωχ, αυτός είναι!>>

<<Ποιος;>>

<<Ο Μάικλ Τζασλίν! Αυτός είναι! Από που γνωρίζονται;>>

Η Τζάσλιν παίρνει μία έκφραση γεμάτη έκπληξη.

<<Ο Μάικλ είναι το αφεντικό της στο πανεπιστήμιο! Και κάτι μου λέει τον γουστάρει!>>

Ο Μάνουελ την κοιτά γεμάτος έκπληξη. Ο Τίμμυ λέει σοκαρισμένος.

<<Για να καταλάβω, εσύ πήγες και γαμήθηκες με το καθηγητή της σχολής σου που τυγχάνει να είναι και μουσικός παραγωγός, και αυτή θέλει να τον φάει από το αφεντικό της στο πανεπιστήμιο; Αν ήξερα ότι είναι έτσι η ανώτατη εκπαίδευση ίσως προσπαθούσα περισσότερο.>>

Κανείς δεν έμοιαζε να σοκάρετε από την αμεσότητα και τον απότομο τρόπο που ο Τιμμυ εξέφραζε την άποψη του, εξάλλου το έκανε με μεγάλη φυσικότητα. Ή Τζασλίν χαμογελά στους υπόλοιπους και λέει διακριτικά.

<<Σκάστε έρχονται!>>

Ο Μάικλ και η Μέριλιν κάθονται στο τραπέζι. Πλέον όλα τα παιδιά είχαν νουμεράκια πάνω τους. Η Μέριλιν χαμογελά τους συστήνει τον Μάικλ. Ο Μάικλ κάνει χειραψία με όλους και ο Τίμμυ αυτοσυστήθηκε μιας και η Τζασλίν ξεχάστηκε. Ο Μάικλ αναγνώρισε κατευθείαν τον Μάνουελ.

<<Εσύ είσαι ο Μέρλιν.>>

<<Μάνουελ, με λένε Μάνουελ. Είχαμε πάει μαζί στον Γιάννικ.>>

<<Ναι, σκοπεύω να ξαναπάω αύριο, θα έρθεις;>>

<<Δεν ξέρω, ίσως τελικά η σεναριογραφία δεν είναι για εμένα!>>

Η μέριλιν κοιτά τον χώρο τριγύρω. Όλοι χόρευαν στους ρυθμούς της μουσικής και αντάλλαζαν αριθμούς.

<<Λοιπόν, θα μου πει κάποιος πως λειτουργεί το μέρος;>>

 Ο Τίμμυ προσφέρθηκε αμέσως να απαντήσει.

<<Λοιπόν, όλοι έχουμε νουμεράκια, οκ; Βλέπετε αυτά τα κουτάκια στον απέναντι τοίχο; Κάθε ένας από εμάς έχει 1 αριθμό που αντιστοιχεί σε ένα ντουλαπάκι. Έτσι, κάθε ένας από εδώ που ενδιαφέρεται για κάποιον από εδώ, απλά πάει και βάζει το νούμερο του στο ντουλάπι της επιθυμίες του. Στο τέλος της βραδιάς ο host ανακοινώνει τα ταίρια και το κάθε ζεύγος πρέπει να χορέψει. Είναι γρήγορος τρόπος να γνωρίσεις νέα άτομα…>>

<<…και αφροδίσια νοσήματα>>, συνεχίζει ο Μάικλ.

Η Τζασλίν γελά αλλά ο Μάνουελ την αγριοκοιτά και αυτή σταματά σχεδόν αμέσως. Ο Μάνουελ σηκώνεται από το τραπέζι.

<<Λοιπόν, πάω στο μπαρ, θέλει κανείς τίποτα;>>

<<Θα έρθω μαζί σου.>>

Ο εθελοντισμός του Μάικλ δεν άρεσε και ιδιαιτέρα στον νεαρό αλλά δεν είχε άλλη επιλογή από το να δεχτεί ευγενικά. Το δύο αγόρια φεύγουν από το τραπέζι και κατευθύνονται προς το μπαρ. Η Τζασλίν αρπάζει το χέρι της Μέριλιν.

<<Αυτό είναι το αφεντικό;>>

Η Μέριλιν κοιτά τον Τίμμυ, αυτός την καθησυχάζει.

<<Κοπελιά μην αγχώνεσαι, μπορείς να μιλάς για πούτσες μπροστά μου όσο θες! Έχουμε κοινά γούστα!>>

<<Είσαι γκέι;>>

<<Όχι, είμαι φλεγόμενη πουστάρα! Δεν το κατάλαβες;>>

<<Είναι από μικρή πόλη. Δεν είναι συνηθισμένη.>>, ενημερώνει τον κολλητό της η Τζασλίν και στρέφει όλη την προσοχή της στη νέα της φίλη. Η Μέριλιν εξομολογείτε.

<<Ναι, αυτός είναι. Τον λένε Μάικλ.>>

<<Τεριάζεται!>>

<<Όχι, δεν το βλέπω έτσι. Απλά είναι πολύ ενδιαφέρων τύπος και…>>

<<Και θες να τον καβαλήσεις σαν καρουζέλ!>>, διακόπτει ο Τίμμυ.

Η Μέριλιν γίνεται κατακόκκινη από ντροπή. Ίσως δεν είχε κατανοήσει τον ιδιόρρυθμο τρόπο με τον οποίο ο ΤΙμμυ σχολίαζε τα πάντα. Παρόλα αυτά, συνέχισε να μιλά.

<<Όχι, δεν είναι έτσι… απλά… είναι πολύ ενδιαφέρον άτομο, έξυπνος, γοητευτικός, θα ήθελα να είναι στην ζωή μου!>>

<<Μήπως θα ήθελες να είναι και κάπου αλλού;>>

Η Τζάσλιν κοιτά επίμονα τον Τίμμυ προσπαθώντας να κρύψει το χαμόγελο της από την Μέριλιν, η οποία αυτήν την φορά ήταν ακόμα πιο κόκκινη.

<<Φτάνει Τίμμυ! Είσαι σίγουρος ότι δεν θες να πας μια βόλτα μπας και μου πει η κοπέλα τα θέματα της;>>

Ο Τιμμυ κοιτά ειρωνικά την κολλητή του και λέει ενθουσιασμένος.

<<Κάντε ότι θέλετε κοριτσόπουλα, εγώ θα την πέσω στο VIP που χαζεύω τόση ώρα από απέναντι.>>

Η Μέριλιν μπερδεύτηκε. VIP σήμαινε πολύ σημαντικοί άνθρωποι (Very Important People) και το έλεγαν κάθε φορά που κάποιος διάσημος βρίσκονταν σε κάποιο μέρος για κάποιο γεγονός.

<<Είναι εδώ κανένας διάσημος;>>

Η Τζασλίν της εξηγεί αμέσως.

<<Όχι, εννοούμε VIP για VIPenis (Very Important Penis)! Όταν ένας άντρας είναι πάρα πολύ… προικισμένος.>>

<<Όταν ξέρεις ότι θες αυτό το VIPenis στο στόμα σου!>>, λέει απότομα ο νεαρός!

Η Μέριλιν χαμηλώνει το βλέμμα της από τον φόβο της μήπως τον άκουσε κάποιος στο κλαμπ, οι άνθρωποι δεν ήταν τόσο ανοιχτή στο θέμα του σεξ στην πόλη καταγωγής της. Ή Τζασλίν τον φωνάζει.

<<Τίμμυ!>>

Ο Τίμμυ γελά στην κολλητή του και φεύγει από το τραπέζι. Εν τω μεταξύ ο Μάικλ και ο Μάνουελ περιμένουν τα ποτά τους στο μπαρ. Ο Μάικλ στρέφεται στον συνεργάτη του.

<<Λοιπόν, Μάνουελ, το σκέφτηκα καλά και συμπέρανα πως ίσως ήμουν λίγο απότομος μαζί σου την τελευταία φορά.>>

<<Μην ανησυχείς, δεν υπάρχει πρόβλημα!>>, είπε ο Μανουέλ περιμένοντας απλά ένα συγγνώμη από τον Μάικλ.

Τα ποτά σερβίρονται στους νεαρούς. Ο Μάικλ παίρνει το δικό του και της Μέριλιν και λέει στον Μάνοευλ πριν αποχωρήσει για τον καναπέ.

<<Τέλεια, γιατί δεν πρόκειται να σου ζήταγα συγγνώμη!>>

Ο Τίμμυ γυρνά απογοητευμένος στο τραπέζι του.

<<Το VIPenis θέλει VIPussy. (Πολύ σημαντικό αιδοίο)>>

H Τζάσλιν τον χαϊδεύει στοργικά στην πλάτη. Τα αγόρια γυρνούν στον καναπέ με τα ποτά. Η Τζασλίν παίρνει από τα χέρια του Μάνουελ το δικό της.

<<Άντε καιρός ήταν, ο host θα πει τα ζευγάρια τώρα!>>, λέει ενθουσιασμένη.

Τα φώτα στο μπαρ κλείνουν και ένας προβολέας φωτίζει έναν άνδρα γύρω στα σαράντα που είναι ντυμένος σαν παρουσιαστής τυχερού παιχνιδιού με ένα μεγάλο μουστάκι στο πρόσωπο του.

<<Γεια σας και πάλι daters!>>

Το κοινό ζητωκραυγάζει. Ο host συνεχίζει…

<<Σήμερα είχαμε πολλές συμμετοχές, αλλά πολύ λίγα ζευγάρια! Ξέρω, ο έρωτας δεν ήταν με το πλευρό μας σήμερα. Αλλά, ας κρατήσουμε αισιοδοξία. Ο χορός της βραδιάς είναι… Βαλς!>>

Οι θαμώνες ξεκαρδίζονται.

<<Ξέρω, αλλά ο DJ μας μόλις χώρισε. Αλλά ας ασχολούμαστε άλλο με αυτόν τον βλάκα!>>

Για άλλη μία φορά όλοι οι παρευρισκόμενοι γελούν.

<<Ώρα για την ανακοίνωση των ζευγαριών! 23-45, 56-89,7-12, 59-109, 111-27, 34-67 και 99-100!

Η Μέριλιν κοιτά το μπλουζάκι της. Ήταν το 99!

<<Παιδιά! Είμαι το 99! Μα δεν έβαλα χαρτάκι! Ποιος είναι το 100;>>

<<Θα μου χαρίσετε αυτόν τον χορό;>>

   Η Μέριλιν κοιτά στα αριστερά της και βλέπει τον Μάικλ όρθιο μπροστά της να έχει προσφέρει το χέρι του. Ή Μέριλιν δεν το πίστευε, ο Μάικλ είχε βάλει χαρτάκι; Ο Μάικλ της είχε πει ότι δεν του άρεσαν οι χοροί και όλα αυτά τα σχετικά, αλλά τι τον έκανε να αλλάξει γνωμη; Ο Μάικλ της εκμυστηρεύεται.

<<Αν σε κάνει να νιώθεις καλύτερα, ούτε εγώ έβαλα χαρτάκι με νούμερο. Θα με αφήσεις να περιμένω έτσι;>>

Η Μέριλιν του χαμογελά και ο Μάικλ την συνοδεύει στην πίστα κρατώντας την από το χέρι. Μουσική βαλς ακούγεται από τα μεγάφωνα. Η Μέριλιν αγκαλιάζει τον Μάικλ και του λέει ψιθυριστά.

<<Δεν ξέρω να χορεύω βαλς.>>

<<Δεν πειράζει, ξέρω εγώ!>>

<<Τι πρέπει να κάνω;>>

<<Απλά κοίτα με στα μάτια!>>

<<Τι;>>

<<Εμπισπεύσουμε!>>

Η Μέριλιν κοιτά τον Μάικλ βαθειά στο μάτια και χάνεται στο βλέμμα του. Ύστερα ο Μάικλ της λέει.

<<Τώρα πατά με και στηρίξου στα πόδια μου.>>

<<Τι λες; Δεν είμαι πέντε χρονών! Θα γίνουμε ρεζίλι!>

<<Σε νοιάζει τόσο;>>

Η Μέριλιν σκέφτετε αυτό που της είπε ο Μάικλ. Όχι, δεν την ένοιαζε, όχι όσο ήταν μαζί του. Πατά πάνω στα πόδια του και αυτός σφίγγει τα χείλι του. Ο Τίμμυ λέει στην Τζάσλιν.

<<Και θες να μου πεις ότι αυτοί οι δύο δεν γαμιούνται;>>

Το λευκά ενοχλητικά φώτα τρεμόσβηναν, και σε συνδυασμό με τους γκρίζο-μπλε τοίχους, τον έπνιγε ένα αίσθημα δυσφορίας. Ο Λουκ είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου όταν ο γιατρός μπαίνει στο δωμάτιο για να του πει τα αποτελέσματα των εξετάσεων του. Ο Λουκ είχε αγχωθεί πάρα πολύ. Είχε ιστορικό με την καρδιά του, και αν έκρινε από την οικογένεια του, ένα καρδιακό επεισόδιο δεν θα ήταν τόσο ξαφνικό.

<<Λοιπόν Λουκ, έχω τις εξετάσεις σου.>>

<<Ακούω!>>

<<Πρέπει να προσέχεις Λουκ, πολύ. Πραγματικά δεν ξέρω γιατί ο οργανισμός σου είναι τόσο αδύναμος και μάλιστα σε τόσο νεαρή ηλικία. Εδώ σου έχω γράψει μια συνταγή προκειμένου να αποφύγουμε ότι προλαβαίνουμε. Θέλω όμως να τα πάρεις τα φάρμακα, μην έχουμε τα ίδια όπως την άλλη φορά.>>

<<Μην ανησυχείς γιατρέ, θα είμαι φρόνιμο παιδί.>>

Ο Λουκ παίρνει το χαρτί από το χέρι του γιατρού. Ο γιατρός του είπε πριν αποχωρήσει.

<<Το είπες και την προηγούμενη φορά Λουκ.>>

<<Τα λέμε ντοκτορά!>>

Ο Λουκ κλείνει την πόρτα πίσω του.

Η βραδιά έφτανε στο τέλος της. Η Μέριλιν μπήκε στο αμάξι του Μάικλ. Ο Τίμμυ θα πήγαινε την Τζάσλιν και τον Μάνουελ σπίτι. Οι δυο τους είχαν αρχίσει να οδηγούν στο δρόμο προς το σπίτι της Μέριλιν.

<<Σήμερα ήταν ωραία, έτσι δεν είναι;>>

<<Ναι, ωραία ήταν.>>

<<Είδες τι καλά που είναι όταν βγαίνεις με ανθρώπους;>>

Λέει ή Μέριλιν πειράζοντας τον Μάικλ, αυτός παραδέχεται.

<<Ίσως το περίμενα χειρότερα.>>

<<Επίσης, χορεύεις πολύ ωραία!>>

<<Ευχαριστώ.>>

<<Σοβαρά τώρα, που έμαθες να χορεύεις έτσι;>>

<<Οι γονείς μου ήθελαν ένα παιδί – θαύμα, οπότε, ένα παιδί –θαύμα πρέπει να ξέρει και Βαλς.>>

<<Γιατί, ποιος είσαι; Γιος Προέδρου ή Υπουργού;>>

Η Μέριλιν χαμογελά. Ο Μάικλ βρήκε την ειρωνεία αρκετά αστεία.

<<Ναι… φαντάζεσαι;>>

Μία στιγμή σιωπής περνά. Η Μέριλιν παίρνει τον λόγο.

<<Σχετικά με τα νουμεράκια…>>

<<Ξέρω ότι το έκαναν οι φίλοι σου Μέριλιν, μην αγχώνεσαι!>>, την καθησυχάζει ο Μάικλ και συνεχίζει να κοιτά τον δρόμο.

<<Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ήθελα…>>

Ο Μάικλ την κοιτά στα μάτια και χαμογελά. Ήταν σαν ή Μέριλιν να είπε κάτι που ο Μάικλ ήθελε να ακούσει. Το αμάξι σταματά με αργό ρυθμό, είχαν πλέον φτάσει σπίτι της Μέριλιν.

<<Λοιπόν, φτάσαμε.>>

<<Ευχαριστώ, θα τα πούμε αύριο στην δουλειά! Καληνύχτα!>>

Η νεαρή βγαίνει από το αμάξι. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Ο Μάικλ αποφάσισε να της πει κάτι. Φώναξε από το αμάξι του κοιτώντας την Μέριλιν από τον καθρέπτη.

<<Μέριλιν!>>

Μάταια όμως, η νεαρή δεν γύρισε ποτέ, δεν τον άκουσε και συνέχισε να κατευθύνεται στην είσοδο της πολυκατοικίας ης. Ο Μάικλ αποφάσισε πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για όλα, και αυτή η στιγμή ήταν μία από αυτές. Καθώς το αυτοκίνητο άρχισε να ξεπαρκάρει, η Μέριλιν γύρισε και φώναξε.

<<Μάικλ!>>

Είδε το αμάξι του Μάικλ να χάνεται στα νυχτερινά φώτα. Είχε χάσει και αυτή μία ευκαιρία να εξομολογηθεί κάτι στον Μάικλ. Έσκυψε το κεφάλι της και ξεκλείδωσε την είσοδο της πολυκατοικίας.

Ο ήλιος άρχισε και έλουζε τους δρόμους της Κάρλιν. Ο Μάικλ είχε μόλις αγοράσει μερικά ντόνατς διαφόρων γεύσεων και μπήκε στην πολυκατοικία που έμενε ο Γιάννικ. Το κεφάλι τον πονούσε λίγο από την χθεσινή βραδιά. Είχε όντος περάσει όμορφα. Ο Γιάννικ τον περίμενε μέσα στο σπίτι με την πόρτα ανοιχτή. Άλλη μία φορά αυτή η απαίσια μυρωδιά υγρασίας. Ο Γιάννικ καθόταν ξανά στην πολυθρόνα. Ο Μάικλ έκατσε στον απέναντι καναπέ και άφησε τα ντόνατς στο τραπεζάκι μεταξύ των επίπλων. Το δωμάτιο ήταν πάρα πολύ φωτεινό, καθώς ο μισός τοίχος ήταν γυάλινος. Ο Γιάννικ έμενε σε ρετιρέ.

<<Καλημέρα Γιάννικ, τι κάνεις;>>

<<Καλημέρα, έχω ξυπνήσει εδώ και αρκετές ώρες.>>

<<Είσαι πρωινός τύπος;>>

<<Βραδινός θα έλεγα.>>

Ο Μάικλ πρώτη φορά παρατήρησε τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια του Γιάννικ, ήταν πολύ έντονοι.

<<Πρέπει να κοιμάσαι καλύτερα.>>

<<Δεν μπορώ, έχω ανήσυχο ύπνο.>>

<<Γιατί;>>

<<Γιατί είναι δύσκολο να κοιμάσαι με τον διάβολο.>>

Ο Μάικλ ανατρίχιασε, ίσως η περίπτωση του Γιάννικ ήταν χειρότερη από ότι περίμενε. Ίσως είχε κάτι παθολογικό. Τότε ο Μάικλ τον ρωτά.

<<Και γιατί δεν βγαίνεις από το σπίτι; Να πάρεις λίγο αέρα;>>

<<Δεν μου αρέσει, είναι κόλαση εκεί έξω!>>

Ο Μάικλ προσφέρει στον Γιάννικ ένα ντόνατ.

<<Τα έφερα από έξω, και μου φαίνονται παραδεισένια.>>

Ο Γιάννικ του χαμογελά και τρώει μικρές μπουκιές.

<<Γιατί θεωρείς ότι είναι κόλαση εκεί έξω;>>

<<Η μητέρα μου το έλεγε συνέχεια.>>

<<Γιατί, είχε άδικο!>>

<<Όχι, είχε δίκιο! Εκεί έξω, υπάρχει περισσότερος κόσμος από αυτό που μπορείς να διαχειριστείς. Είναι ένα χάος.>>

<<Είναι κακός ο κόσμος;>>

<<Όχι, απλά τα συναισθήματα του είναι περίπλοκα. Άλλοι λυπημένοι, άλλη χαρούμενοι, άλλοι απελπισμένοι, και όλοι αυτοί, κάτω από τον ίδιο ουρανό! Δεν μου αρέσει να εμπλέκομαι με τόσα συναισθήματα, φοβάμαι. Εσύ Μάικλ;>>

<<Τι;>>

<<Φοβάσαι τα συναισθήματα;>>

<<Όχι, γιατί να τα φοβάμαι;>>

<<Γιατί σε κατακλύζουν. Σε αλλάζουν. Σε κάνουν να δεις πράγματα που τα μάτια δεν βλέπουν. Εκείνες είναι οι στιγμές που ήλπιζες να ήσουν τυφλός.>>

<<Έτσι είναι οι άνθρωποι Γιάννικ.>>

<<Και εσύ; Δεν είσαι έτσι;>>

<<Έτσι είμαι. Αλλά όλοι ελπίζουμε ότι είμαστε λίγο διαφορετικοί.>>

<<Εγώ το μόνο που εύχομαι είναι να είχα μία βαρετή ζωή.>>

<<Γιατί;>>

<<Γιατί δεν θα κρυβόμουν από την κόλαση εκεί έξω, θα την αντιμετώπιζα…>>

<<Πως το εννοείς;>>

<<Όπως σου είπα, η μητέρα μου έλεγε ότι είναι κόλαση εκεί έξω. Καυσαέρια, φωνές, κόσμος, απελπισία. Ήμουν μικρός και μου έλεγε ένα παραμύθι για τους ανθρώπους με τα μαγικά ραβδιά, που μια μέρα θα έσωζαν τα πάντα, θα ήταν σωτήρες.>>

<<Δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι Γιάννικ, δυστυχώς.>>

<<Εγώ ακόμα πιστεύω σε αυτούς, πόσο μάλλον όταν ήμουν μικρός. Ήθελα έναν σωτήρα. Κάποιες φορές ο πατέρας μου γυρνούσε μεθυσμένος. Τις περισσότερες φορές η μαμά μου με έβαζε μέσα στο δωμάτιο και μου έδινε ένα ξύλινο μαύρο ραβδί να παίζω. Απλά άκουγα να την χτυπά και να την βρίζει, και εγώ απλά συνέχιζα να παίζω με το μαγικό ραβδί, προσποιώντας ότι θα λύσω το πρόβλημα. Και αυτό γίνονταν κάθε βράδυ. Μία μέρα όμως ο πατέρας μου μπήκε σπίτι εκτός εαυτού. Προσπάθησα να τρέξω στο δωμάτιο κου αλλά με άρπαξε από την κουκούλα. Η μαμά μου προσπάθησε να με απομακρύνει από αυτόν, αλλά το κράτημα του ήταν πολύ σφιχτό. Τότε ο πατέρας μου με κοίταξε βαθειά στα μάτια και μου είπε, «τώρα θα μάθεις κα εσύ». Η μητέρα μου πλησίασε άλλη μία φορά και ο πατέρας μου μας έσπρωξε στο δωμάτιο και κλείδωσε την πόρτα. Έβαλε τα κλειδιά πάνω από την βιβλιοθήκη για να μην τα φτάνω και κατέβασε το παντελόνι του.>>

Ο Μάικλ είχε βουρκώσει.

<<Γιάννικ, σταμάτα.>>

<<Είπες δεν φοβάσαι τα συναισθήματα. Και ο φόβος συναίσθημα είναι. Ο πατέρας μου κατέβασε την φούστα της μαμάς μου και την κράταγε με δύναμη γονατισμένη στο στρώμα. Μετά, πήρε…>>

<<Γιάννικ, σε παρακαλώ…>>

<<Μετά πήρε το εσώρουχο του και της έκλεισε το στόμα με αυτό. Και εγώ έβλεπα για πρώτη φορά σεξ στην ζωή μου, ή μάλλον, βιασμό. Έκανε κάθε προσπάθεια για να είναι σίγουρος ότι βλέπω. Με έπιανε με τα βρώμικα του χέρια από τα μάγουλο και με έκανε να κοιτώ το πρόσωπο της μαμάς μου όσο της έκανε ότι έκανε. Τότε κατάλαβα πως είναι κόλαση εκεί έξω, και η μητέρα μου κοιμάται με τον διάβολο.>>

<<Δεν νιώθω πλέον όμορφα Γιάννικ…>>

<<Με ρώτησες γιατί δεν έφυγα τόσα χρόνια από αυτό το σπίτι, γιατί δεν κατέβηκα ποτέ ξανά αυτές τις σκάλες. Ένα βράδυ είχα συνεννοηθεί με την μητέρα μου να φύγουμε πριν έρθει, για πάντα. Είχαμε κλείσει μέχρι και αεροπλάνο. Όταν όμως κατεβήκαμε στην είσοδο, αυτός μας είδε, είχε έρθει πολύ νωρίτερα. Πριν προλάβει η μητέρα μου να πει κάτι, ένιωσα το αίμα της στο μέτωπο μου. Την πυροβόλησε εν ψυχρώ. Το επόμενο πράγμα που είδα, είναι τον πατέρα μου να αυτοπυρπολείται και να γεμίζει την άσφαλτο με το αίμα του. Έσφιξα στο χέρι μου το ραβδί και έτρεξα πίσω σπίτι. Άρχισε να κουνιέμαι με το μαγικό ραβδί, αλλά μάταια, τίποτα δεν έγινε όπως πριν. Τότε πείστηκα ότι είναι κόλαση εκεί έξω. Η ανθρώπινη καθημερινότητα δίνει ρυθμό στον διάβολο για να χορέψει. Είναι κόλαση εκεί έξω Μάικλ, δεν είναι ότι δεν περιτριγυρίζεσαι από δαίμονες, απλά έμαθες τον χορό τους.>>

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Menu Title