background img
Μιχάλης Νάστος

Χαρούμενοι Στο Σκοτάδι «ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο»

3 έτη ago written by

ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

Η Μέριλιν ξυπνά από τον λήθαργο της. Ο ήλιος την χτύπησε κατάματα. Φορούσε ακόμα τα ρούχα από την προηγούμενη νύχτα. Με το ζόρι άνοιξε τα μάτια της, δεν θυμόταν και πολλά από το προηγούμενο βράδυ εκτός από την φωνή της Τζάσλιν να τραγουδά. Έβγαλε τα τακούνια και κατευθύνθηκε στην κουζίνα προσπαθώντας να θυμηθεί το υπόλοιπο της βραδιάς. Παρατηρούσε την μηχανή του καφέ που ζεσταίνονταν προσπαθώντας να ισιώσει λίγο τα μαλλιά της που είχαν γίνει λες και φόραγε περούκα. Ξαφνικά, θυμήθηκε! Ο Μάικλ την είχε φέρει σπίτι! Το αφεντικό της την ήξερε μόνο μία μέρα και ήδη την είχε δει σε αυτά τα χάλια! Έπρεπε να το πει σε κάποιον, αλλά ήταν μόνη της σε αυτήν την τεράστια πόλη. Έτσι, πήρε το μόνο άτομο που πίστευε ότι μπορούσε να μιλήσει εκείνη την ώρα.

Η Τζασλίν περπατούσε σε έναν κεντρικό δρόμο της Κάρλιν που τελείωνε στην πανεπιστημιούπολη. Κρατούσε έναν καφέ στο χέρι της, προφανώς δεν ήταν πρωινός τύπος. Σήμερα όμως είχε λόγους να είναι χαρούμενη. Ήταν η αρχή του νέου εξαμήνου, κάτι για το οποίο ανυπομονούσε. Είχε καταφέρει να περάσει στην δεύτερη χρονιά του πανεπιστημίου με εξαιρετικούς βαθμούς, μόνο το ένα τέταρτο των μαθητών είχε περάσει μαζί της σε αυτό το έτος. Επίσης, η χθεσινή βραδιά την έβαλε για τα καλά στον «χάρτη» της σχολής της. Δεν χαμογελούσε όμως μόνο για αυτό. Η συνάντηση της με τον Άντριου ήταν κάτι που την εξίταρε ιδιαίτερα. Τον σκέφτηκε αρκετές ώρες όταν γύρισε σπίτι, κάτι που δεν συνηθίζει να κάνει με τους άντρες. Ξαφνικά, το κινητό της χτύπησε.

<<Ναι;>>

<<Τζασλίν, καλημέρα, τι κάνεις;>>

<<Ποιος;>>

<<Μέριλιν.>>

<<Ποια Μέριλιν;>>

<<Η φίλη του Μάνουελ από την σχολή;>>

<<Α, ναι…>>

Η Τζασλίν δεν ήταν σίγουρη αν γνώριζε σε ποια μιλούσε.

<<Πως βρήκες τον αριθμό μου;>>

<<Ο Μάνουελ μου τον έδωσε…>>

<<Φυσικά…>>

<<Ήθελα να σου πω συγχαρητήρια για εχθές το βράδυ… ήσουν εκπληκτική!>>

<<Ξέρω…>>

<<Σε πήρα να σου πω και κάτι άλλο…>>

<<Πρέπει;>>

Η ερώτηση της Τζάσλιν δεν φάνηκε να μπλοκάρει την Μέριλιν.

<<Χθες έκανα μία βλακεία.>>

<<Όπως;>>

<<Μέθυσα, και το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι το νέο μου αφεντικό να με φέρνει σπίτι.>>

Ή Τζασλίν χαμογέλασε πονηρά. Δεν περίμενε το μικρό κορίτσι από την επαρχία να έκανε μια τόσο άγρια νύχτα από την πρώτη μέρα της στην μεγαλούπολη.

<<Δεν σε είχα για τόσο ενδιαφέρον άτομο, τι λέει το νέο αφεντικό; Σου επιβλήθηκε στο κρεβάτι;>>

Ή Μέριλιν κοκκίνισε, παρόλο που γνώριζε ότι δεν την βλέπει κανείς.

<<Μην λες βλακείες! Τίποτα δεν έκανε, απλά σπίτι με άφησε!>>

<<Και τότε γιατί το παίρνεις τόσο σοβαρά;>>

Όντως. Γιατί το έπερνε τόσο σοβαρά; Ίσως ένα τέτοιο συμβάν να ήταν πολύ σκανδαλώδη στην μικρή πόλη που μεγάλωσε, αλλά στην Κάρλιν, ο κόσμος δεν φαίνονταν να ασχολείται τόσο πολύ με τις προσωπικές στιγμές των υπόλοιπων, ήταν μια τεράστια πόλη εξάλλου. Τα λόγια της Τζασλίν όντως την ηρέμησαν λίγο.

<<Γιατί… δεν ξέρω… τι εντύπωση να σχημάτισε για εμένα;>>

<<Ότι είσαι μία εικοσάρα που δεν αντέχει το αλκοόλ;>>

<<Ίσως έχεις δίκιο, ίσως το παραπαίρνω στα σοβαρά.>>

<<Σε αντίθεση με σένα όμως, εγώ χθες φασώθηκα!>>

Ή εξομολόγηση της Τζασλίν ήταν κάτι που ή Μέριλιν έπρεπε να συνηθίσει αν ήθελε να εγκλιματιστεί στα πρότυπα της νέας της πόλης.

<<Αλήθεια; Με ποιον;>>

<<Χθες τον γνώρισα, τον λένε Άντριου και είναι μουσικός παραγωγός!>>

<<Εγώ θα σου έλεγα να προσέχεις λίγο Τζάσλιν…>>

<<Γιατί;>>

<<Θες να είσαι… αυτό το κορίτσι;>>

<<Ποιο κορίτσι;>>

Η Μέριλιν διακόπτει τον λόγο της κάπως απότομα. Προφανώς δεν ήθελε να συνεχίσει την συζήτηση με την Τζασλίν, προκειμένου να μην πει κάποια βλακεία.

<<Πρέπει να κλείσω, τα λέμε το βράδυ!

 

Ο Μάνουελ είχε μόλις μπει στην αίθουσα του. Είχε ήδη αργήσει μισή ώρα. Ήταν το μάθημα δημιουργικής γραφής, κάτι που τον ενδιέφερε αρκετά, αν το σύγκρινε με το χθεσινό απαίσιο μάθημα. Ο κ. Ροθλίσμπεργκερ ήταν ο καθηγητής. Ήταν ο υπεύθυνος των φοιτητών στην πανεπιστημιούπολη. Είχε ακούσει πολλά για αυτόν. Είχε πολλά πτυχία στην ψυχολογία καθώς και στην θεατρολογία και γραφή. Είχε εκδώσει πολλά εμπορικά, όσο και επιστημονικά βιβλία. Το ξεχωριστό με αυτόν ήταν ότι ήταν αρκετά νέος, μόλις σαράντα ετών. Είχε ήδη αρχίσει την διάλεξη του. Παρουσίαζε τα αποτελέσματα των περασμένων εξετάσεων. Οι φοιτητές του προηγούμενου εξαμήνου του είχαν στείλει μερικές ιστορίες και αυτός αξιολογούσε την δουλειά τους για να μαθαίνουν τόσο οι παλιοί όσο και οι νέοι φοιτητές. Δεν βρήκε εύκολα θέση να κάτσει, έτσι, έκατσε δίπλα από έναν λίγο μεγαλύτερο του που είχε βγάλει ένα σημειωματάριο και έγραφε. Περίμενε τον καθηγητή να τελειώσει την προηγούμενη αξιολόγηση του, αλλά αν κάτι χαρακτήριζε τον Μάνουελ, δεν ήταν η πραότητα του. Έτσι, άρχισε να μιλά στον διπλανό του.

<<Έχει ώρα που άρχισε;>>

<<Ναι, ο Ροθλίσμπεργκερ είναι τυπικός.>>

Ο άγνωστος όμως δεν συνέχισε την συζήτηση. Ο Μάνουελ δεν άντεχε αυτήν την ηρεμία. Βρήκε την ευκαιρία λοιπόν να συστηθεί.

<<Με λένε Μάνουελ! Εσένα;>>

Ο Μάνουελ δίνει το χέρι του για χειραψία αλλά ο συνομιλητής του απλά τον κοιτά.

<<Μάικλ.>> , λέει ο άγνωστος και συνέχισε να παρακολουθεί τον Ροθλίσμπεργκερ.

<<Σπουδάζεις ψυχολογία;>>

<<Όχι, απλά παρακολουθώ αυτό το μάθημα.>>

<<Α, εγώ σπουδάζω, μου άρεσε πάντα να παρακολουθώ τις αντιδράσεις των ανθρώπων και να τις αξιολογώ.>>

<<Είναι όντως ενδιαφέρον.>>

<<Ναι, σου αρέσει και εσένα;>>

<<Ναι, και εσύ δεν το κάνεις πολύ εύκολο!>>

Ο εχθρικός τόνος του Μάικλ έκανε τον Μάνουελ να σταματά να μιλά. Ο Ροθλίσμπεργκερ αναφέρθηκε στον Μάικλ.

<<Μάικλ Μπράιτστόουν;>>

<<Παρών!>>, λέει ο διπλανός του Μάνουελ.

<<Διάβασα αυτά που μου έστειλες. Είναι εκπληκτικό, η πλοκή, οι χαρακτήρες, αλλά λείπει κάτι σημαντικό στο στόρι σου.>>

<<Τι;>>

<<Εμπάθεια.>>

Ο Μάικλ μένει σιωπηλός για λίγο. Ο Ροθλίσμπεργκερ άρχισε να εξηγεί.

<<Είναι σαν οι πρωταγωνιστές σου απλά να υπάρχουν, σαν να είναι απλά ένα κομμάτι ονόματος σε ένα χαρτί. Η δημιουργική γραφή είναι ακριβώς το αντίθετο. Ο αναγνώστης πρέπει να δένεται με τον χαρακτήρα να νιώθει, να πονά και να χαίρεται για αυτόν. Οπότε, καταλαβαίνεις την απογοήτευση μου όταν διαβάζω  κάτι που θα μπορούσα να διαβάσω σε εφημερίδα. Το μόνο που με κράτησε ήταν η ιστορία, αλλά το τέλος δεν με έμαθε τίποτα, απλά κενό. Σε θέλω μετά το μάθημα.>>

Η Τζάσλιν είχε κάτσει στην αίθουσα της και περίμενε τον νέο καθηγητή του εξαμήνου. Άρχισε να βγάζει το ντοσιέ της στο θρανίο της, όταν ένας ανοιχτόχρωμος άνδρας με ξυρισμένα μαλλιά και τατουάζ στο μπράτσο που κάθονταν πίσω της άρχισε να της μιλά.

<<Γεια σου Τζασλίν.>>

<<Σε γνωρίζω;>>

<<Όχι, σε ξέρω εγώ όμως.>>

<<Από;>>

<<Από χθες, συγχαρητήρια, τρομερό σόου!>>

<<Σε ευχαριστώ.>>

<<Δεν έχω ξαναδεί τόσο πάθος σε τραγουδίστρια!>>

<<Τα παραλές νομίζω, εσύ τι κάνεις εδώ;>>

<<Τραγουδώ χιπ χοπ.>>

<<Έχουμε τέτοιους φοιτητές στο πανεπιστήμιο;>>

<<Δέχονται εδώ και τρία χρόνια.>>

<<Κρίμα που τα τραγούδια σου θα είναι κενά και με στίχους ρηχούς.>>

<<Κάτι θα ξέρεις…>>

Ή απάντηση του νεαρού της φάνηκε κάπως ειρωνική αλλά δεν έδωσε συνέχεια.

<<Καλημέρα παιδιά.>>, λέει μία φωνή που έρχεται από την έδρα των καθηγητών.

Η Τζασλίν αγνοεί τον νεαρό και κοίταξε μπροστά της. Έπαθε σοκ. Ο άντρας που φιλούσε χθες το βράδυ είναι ο καθηγητής φωνητικής του νέου εξάμηνου της! Ο νεαρός της ψιθυρίζει στο αυτί.

<<Όταν μιλούσα για το σόου χθες βράδυ, δεν εννοούσα το τραγούδι σου. Παρεμπίπτοντος… Λουκ.>>

Η Τζασλίν ήθελε να ανοίξει η γη και να την καταπιεί. Είχε φασωθεί με τον καθηγητή της, και όχι μόνο αυτό, αλλά οι συμφοιτητές της το γνώριζαν! Ο Άντριου άρχισε την διάλεξη του κοιτώντας την Τζασλίν.

<<Γεια σας παιδιά, ονομάζομαι Άντριου Κάρτερ και θα είμαι ο καθηγητής σας αυτή την σεζόν. Είμαι καινούργιος στην σχολή για αυτό είμαι διατεθειμένος όχι μόνο να σας μάθω εγώ, αλλά να με μάθετε και εσείς να είμαι καλύτερος καθηγητής. Σας υπόσχομαι, θα κάνω ότι περνά από το χέρι μου.>>

<<Κυριολεκτικά.>>, ψιθυρίζει ο Λουκ στην Τζασλίν. Η νεαρή κρύβει το πρόσωπο της με το χέρι της.

Ο Άντριου συνεχίζει την ομιλία του.

<<Πρέπει να ομολογήσω πως χθες είδα μερικές καταπληκτικές ερμηνείες στο πάρτη των πρωτοετών, ιδίως από εσάς κ. Τζασλίν.>>

Ψίθυροι άρχισαν να απλώνονται στην αίθουσα, αυτή δεν θα ήταν μία καλή μέρα για την Τζασλίν τελικά.

<<Και για να μην είμαι ο κλασικός καθηγητής που μιλά συνεχώς θεωρητικά, θα ήθελα να αρχίσουμε να τραγουδάμε, για να γνωρίσω και εγώ καλύτερα την φωνή σας. Ποιος θέλει να τραγουδήσει;>>

Ο Λουκ σηκώνει ενθουσιασμένος το χέρι του.

<<Τέλεια…>>

Ο Άντριου βλέπει την κατάσταση των μαθητών στην έδρα του αλλά ο Λουκ του λύνει την απορία.

<<Λουκ, με λένε Λουκ.>>

<<Τέλεια, Λουκ, παρακαλώ.>>

Ο Λουκ ανεβαίνει στην σκηνή και ο Άντριου του προσφέρει το μικρόφωνο. Ο Λουκ όμως δεν αρχίζει αν τραγουδά και ζητά μία χάρη από τον καθηγητή.

<<Κ. καθηγητά, γίνεται να τραγουδήσει μαζί μου η Τζάσλιν;>>

Η μέρα της Τζασλιν σίγουρα δεν θα πήγαινε καλά, για την ακρίβεια, πήγαινε από το κακό στο χειρότερο.

<<Αυτό θα ήταν ενδιαφέρον.>>, συμφωνεί ο Άντριου.

Η Τζασλίν παρατήρησε ότι ο Λουκ την κοίταζε εξεταστικά, λες και ανυπομονούσε να κάνει την επόμενη κίνηση της. Παρόλο που η Τζασλίν ήθελε να χαθεί από προσώπου γης, σε ένα μέρος ήξερε ότι μπορούσε να θριαμβεύσει, και αυτό ήταν η σκηνή. Ο Άντριου της δίνει το μικρόφωνο και της κλείνει διακριτικά το μάτι.

<<Ποιο τραγούδι θα μας πείτε παιδιά;>>

Η Τζασλίν ήθελε να κάνει μία επίθεση στον Λουκ.

<<Όποιο θέλει ο Λουκ, είναι πιο μονοδιάστατος καλλιτέχνης.>>

Το υπόλοιπο αμφιθέατρο χασκογελούσε, σαν η Τζασλίν να τους περνούσε την ενέργεια της. Ο Λουκ παρόλα αυτά χαμογέλασε και απάντησε έξυπνα στην Τζασλίν.

<<Εγώ θα ήθελα να τραγουδήσουμε το Love Me Harder, πιστεύω σε αντιπροσωπεύει!>>

Το αμφιθέατρο αναστατώνεται όλο και περισσότερο.

Το μάθημα της δημιουργικής γραφής είχε τελειώσει. Ο Μάικλ κατέβαινε στην σκάλα για να βρει τον Ροθλίσμπεργκερ. Τι μπορούσε να του πει ο καθηγητής του που ήταν τόσο σημαντικό; Έπρεπε να μάθει, αγαπούσε την δημιουργική γραφή, ήταν κάτι που έκανε καλά ο Μάικλ, κάτι που του έβγαζε την τελειομανία του.

<<Λοιπόν Μάικλ, κατάλαβες τι σου έλεγα πριν;>>

<<Ξέρω τι είναι η εμπάθεια…>>

<<Δυστυχώς ξέρεις τι είναι μόνο στο λεξικό. Γιατί είσαι τόσο απόμακρος με τον κόσμο;>>

<<Κάποιοι άνθρωποι απλά δεν αντέχουν την αλήθεια…>>

<<Τότε γιατί είσαι τόσο εγωιστής που δεν μπορείς να πεις κάτι ευγενικά;>>

<<Παρακαλώ;>>

<<Εσύ είπες για αλήθεια, και εγώ συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Αυτό είναι που δεν έχεις καταλάβει. Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται την αλήθεια στα βιβλία, έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι μαζί της. Θέλουν ρομαντισμό, ονειρικές καταστάσεις, κάτι που να τους ταξιδεύει μακριά από την ζωή τους, κάτι που να τους κάνει να ξεχνούν ποιοι στην πραγματικότητα είναι.>>

<<Κατάλαβα.>>

<<Όχι, δεν κατάλαβες, κανένας από τους ήρωες σου δεν το είχε. Οι ζωές τους ήταν υπερβολικά ρεαλιστικές.>>

<<Δεν μου αρέσει να…>>

<<Δεν με ενδιαφέρει τι σου αρέσει, με ενδιαφέρει τι αρέσει στους ήρωες σου.>>

Ο Μάικλ δεν μίλησε και προσπάθησε να καταλάβει αυτά που έλεγε ο Ροθλίσμπεργκερ.

<<Άκουσε με τώρα προσεκτικά Μάικλ, θα πας στην οδό Κάλ Όρναλντ και θα πας στο σπίτι του Γιάννικ Ρόσμπο, στην Μέλον 14. Θέλω να χτίσεις μία ιστορία πάνω σε αυτόν τον άνθρωπο και να μου την  στείλεις με mail σε μία εβδομάδα.>>

<<Μήπως σε δύο εβδομάδες, έχω την μελέτη και..>>

<<Εγώ είμαι ο καθηγητής εδώ, εγώ κάνω το πρόγραμμα. Τώρα για να προλάβεις, θα σε βοηθήσω, θα σου δώσω έναν πρωτοετή.>>

<<Αφήστε το καλύτερα, δουλεύω καλύτερα μόνος.>>

<<Όπως είπα πριν, εγώ είμαι ο καθηγητής, θα μάθεις να συνεργάζεσαι κιόλας!>>

Ο Μάικλ κοιτά τον Ροθλίσμπεργκερ εξεταστικά.

<<Τι έγινε Μάικλ; Νόμιζα σου άρεσε η αλήθεια! Μάνουελ;>>, φωνάζει ο Ροθλίσμπεργκερ.

Ο Μάνουελ τρέχει τα σκάλες κάτω και βρίσκει τον καθηγητή και τον Μάικλ, που νωρίτερα καθόταν δίπλα του.

<<Παρακαλώ;>>

<<Έχω αναθέσει στον κ. Μάικλ Μπράιτστόυν μία εργασία για την επόμενη εβδομάδα και πιστεύω ότι χρειάζεται βοήθεια, μπορείς να τον βοηθήσεις; Η συμμετοχή σου θα λυφθεί υπόψη στο τελικό βαθμό εξαμήνου.>>

<<Φυσικά!>>

<<Έγινε! Τα λέμε παιδιά και περιμένω την ιστορία!>>

Ο Ροθλίσμπεργκερ κατευθύνεται στην έξοδο. Ο Μάικλ λέει σχεδόν παρακαλώντας στον Ροθλίσμπεργκερ.

<<κ. Καθηγητά…>>

<<Τα λέμε σε μία εβδομάδα Μάικλ!>>

Ο Ροθλίσμπεργκερ φεύγει.

Η Τζάσλιν σταμάτησε να τραγουδά. Τα παιδιά στο αμφιθέατρο είχαν ενθουσιαστεί. Ζητοκραυγούσαν τόσο για την Τζάσλιν όσο και για τον Λουκ. Ο Λουκ είχε ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο του. Ο Άντριου αγκαλιάζει τα δύο παιδιά και λέει στους υπόλοιπους φοιτητές.

<<Αυτό ήταν απίστευτο, τι λέτε;>>

Τα παιδία ουρλιάζουν ακόμα πιο δυνατά, προφανώς αυτό το μάθημα ήταν το αγαπημένο τους μέσω στιγμή. Ο Λουκ κοιτά την Τζάσλιν.

<<Ήσουν και εσύ καλή.>>

<<Εδώ είσαι; Δεν σε παρατήρησα!>>, λέει σαρκαστικά η Τζάσλιν.

Ο Άντριου παίρνει τον λόγο.

<<Με αυτό θα ήθελα να κλείσουμε το πρώτο ας το πούμε μάθημα για σήμερα. Νομίζω ότι μάθαμε πολλά και από τα δύο παιδιά σήμερα, υπέροχες φωνές με καλές τεχνικές. Ελεύθεροι!>>

Τα  παιδιά φεύγουν σίγα σιγά από την αίθουσα, ο Άντριου κρατά την Τζασλίν από το χέρι. Ο Λουκ το προσέχει αμέσως αλλά φεύγει εκνευρισμένος. Η Τζασλίν λέει στον καθηγητή της.

<<Πρέπει να μιλήσουμε!>>

Ο Μάικλ ήταν με τον Μάνουελ στο αμάξι του και κατευθύνονταν στον οδό που τους είχε πει ο Ροθλίσμπεργκερ. Ο Μάικλ ήταν προφανώς εκνευρισμένος, ο Μάνουελ συνεχώς μιλούσε στο κινητό με μία φίλη του για το τι θα κάνουν το βράδυ. Είχε να κάνει τέτοιες συζητήσεις από τότε που ήταν γυμνάσιο. Ήταν σχεδόν σίγουρος του έβαλε τον συγκεκριμένο φοιτητή για να του σπάσει τα νεύρα. Ο Μάικλ δεν μπορούσε να έχει τόσο ενθουσιασμό και παλιμπαιδισμό στην ζωή του αυτήν την στιγμή.

Από την άλλη ο Μάνουελ ευχαριστιόταν κάθε στιγμή αυτής της περιπέτειας. Επιτέλους, θα παρατηρούσε την ψυχολογία ενός ατόμου από κοντά και θα την αξιολογούσε, και όχι μόνο αυτό, αλλά θα τον βοηθούσε και στην βαθμολογία του. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να ξεκινήσει κουβέντα με τον Μάικλ αλλά αυτός δεν φαίνονταν να μοιράζεται την χαρά του. Ο Μάνουελ όμως δεν παράδιδε εύκολα τα όπλα.

<<Λοιπόν Μάικλ, σήμερα κανόνισα με τους φίλους μου να βγω!>>

<<Κάτι κατάλαβα.>>

<<Θες να έρθεις;>>

<<Θα έχει κορίτσια;>>

<<Ναι!>>

<<Καλό ποτό;>>

<<Ναι!>>

<<Μουσική;>>

<<Την καλύτερη στην πόλη!>>

<<Τότε δεν μπορώ!>>

Σιωπή. Ο Μάνουελ πίστευε ότι αυτό είναι το στυλ του Μάικλ, αλλά δεν θα άφηνε αυτήν την μέρα να περάσει χωρίς να αποσπάσει λίγες πληροφορίες από αυτόν.

<<Μου είπες ότι σπουδάζεις ιατρική;>>

<<Ναι.>>

<<Πρέπει να είναι δύσκολο.>>

<<Ναι.>>

Άλλη μία στιγμή σιωπής. Ο Μάνουελ άρχισε να απογοητεύεται.

<<Πες μου λίγα πράγματα για εσένα…>>

<<Πρέπει;>>

<< Με τι ασχολείσαι πέρα από την ιατρική; Τι σου αρέσει; >>

<<Πολύ καλή ερώτηση!>>

Ο Μάνουελ άρχισε να πιστεύει ότι ο Μάικλ επιτέλους θα αντάλλαζε μερικές κουβέντες μαζί του.

<<Μου αρέσει πολύ η ησυχία, βασικά όχι, η νεκρική σιγή, την βρίσκω ιδιαίτερα χαλαρωτική και απαραίτητο κομμάτι της ζωής μου. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από ένα ταξίδι χωρίς κάποιον να μιλά και να τραγουδά!>>

Ο Μάνουελ κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να ξανανοίξει το στόμα του. Άνοιξε όμως το ραδιόφωνο. Μετά από δύο ακριβώς δευτερόλεπτα ο Μάικλ το έκλεισε.

<<Ας μην χαλάμε την ατμόσφαιρα…>>

Η Τζασλίν κάθονταν με τον Άντριου στην σκηνή. Το σώμα της ήταν κάπως μαζεμένο απέναντι του. Τον απέφευγε όπως μπορούσε. Όσο πιο πολύ την πλησίαζε ο Άντριου, τόσο τον απέφευγε αυτή.

<<Πρέπει να μιλήσουμε;>>

<<Χθες δεν ήθελες κάτι τέτοιο!>>

<<Χθες δεν ήξερα ότι είσαι καθηγητής μου!>>

<<Ούτε εγώ ότι είμαι καθηγητής σου!>>

<<Πρέπει ν το σταματήσουμε αυτό, δεν θα μας βγει σε καλό.>>

<<Γιατί να το σταματήσουμε; Αφού μου αρέσεις και σου αρέσω.>>

<<Έχεις αυτοπεποίθηση βλέπω!>>

<<Την αλήθεια λέω, χθες ήταν πολύ ωραία βραδιά, γιατί να το σταματήσουμε εκεί;>>

<<Είμαι φοιτήτρια σου, δεν καταλαβαίνεις πως φαίνεται αυτό;>>

<<Δεν σε είχα για κορίτσι που την ενδιέφερε τι λένε οι υπόλοιποι.>>

<<Δεν με ενδιαφέρει αλλά…>>

<<Αλλά τι;>>

<<Δεν θέλω να είμαι αυτό το κορίτσι…>>

Η ερώτηση του Άντριου αποστόμωσε την Τζάσλιν.

<<Ποιο κορίτσι;>>

Όντως, ποιο κορίτσι; Ήταν ακριβώς αυτό που είχε πει στην Μέριλιν το πρωί. Επίσης, από πότε την ενδιαφέρει τι λένε οι άλλοι; Ο Άντριου είχε δίκιο! Η Τζασλίν τον κοιτά βαθειά στα μάτια, το αρπάζει και τον φιλά στο στόμα.

Ο Μάικλ και ο Μάνουελ είχαν φτάσει στον προορισμό τους. Πάρκαραν έξω από μία τεράστια παλιά πολυκατοικία γκρίζου χρώματος, σαν της φυλακής. Ακόμα και η είσοδο ήταν μαύρη.

<<Σίγουρα είμαστε εδώ Μάικλ;>>

<<Ναι, 14 αριθμός, είναι στο πέμπτο όροφο μου είπε ο Ροθλίσμεργκερ.>>

<<Ποιος μένει εδώ;>>

<<Κάποιος που του αρέσει η ησυχία!>>, είπε ο Μάικλ ανεβαίνοντας τα σκαλιά, ο Μάνουελ ακολούθησε.

Όσο πιο πολύ ανέβαιναν την πολυκατοικία, τόσο πιο ερημωμένη έμοιαζε. Κατσαρίδες έκαναν χορό στους τοίχους και η μυρωδιά κλεισούρας ήταν αποπνικτική. Έφτασαν λοιπόν στον πέμπτο όροφο. Δύο πόρτες υπήρχαν, μία δεξιά και μία αριστερά. Ο Μαικλ παρατήρησε ότι στο κουδούνι της δεξιάς πόρτας έγραφε «Γιάννικ». Τον είχαν βρει. Ο Μάνουελ χτύπησε το κουδούνι. Καμία απάντηση. Το φως της πολυκατοικίας άρχισε να αναβοσβήνει. Ο Μάνουελ άρχισε να φωνάζει δυνατά.

<<Κ. Γιάννικ, είστε εδώ;>>

Καμία απάντηση ακόμα. Κάποιος άλλος όμως τους άκουσε. Από την απέναντι πόρτα βγήκε μία ηλικιωμένη κυρία με το ταγιέρ της. Ο Μάικλ την ρωτά.

<<Μας συγχωρείται, ξέρετε αν είναι εδώ ο κ. Γιάννικ;>>

<<Εκεί είναι σίγουρα.>>

<<Τότε γιατί δεν μας ανοίγει;>>, ρωτά όλο απορία ο Μάνουελ.

Η ηλικιωμένη γυναίκα τους κοιτά εξεταστικά για άλλη μία φορά. Ύστερα λέει με θράσος.

<<Είναι τρελός, για αυτό! Τι θέλετε με δάφτον; Είναι χαμένη υπόθεση!>>

<<Γιατί το λέτε αυτό;>>

Η γυναίκα έλυσε αμέσως την απορία του Μάνουελ.

<<Δεν έχει βγει από αυτό το σπίτι δέκα χρόνια τώρα. Η θεία του που τον φρόντιζε πέθανε πριν τρεις μήνες. Έρχονται συνεχώς κοινωνικές υπηρεσίες και η γειτονιά τον βοηθά όσο μπορεί αφήνοντας τα βασικά στην πόρτα του. Αλλά δεν έχει βγει καθόλου από την πόρτα. Ούτε ένα ευχαριστώ δεν έχουμε ακούσει, εγώ άμα ήμουν στην θέση σας δεν θα ασχολούμουν με δαύτον!>>

<<Ίσως υπάρχει και λόγος που δεν είστε στην θέση μας!>>

Η μικρή προσβολή του Μάικλ ήταν αρκετή για να κάνει την ηλικιωμένη γυναίκα να του κλείσει την πόρτα στα μούτρα.

<<Τέλεια, τώρα έκανες τον μόνο άνθρωπο που θα μας βοηθούσε να μάθουμε κάποια πράγματα για τον Γιάννικ να μας αντιπαθήσει.>>

<<Γιατί να ασχολούμαστε με αυτήν ενώ απλά μπορούμε να του χτυπήσουμε την πόρτα.>>

Ο Μάικλ χτυπά την πόρτα του διαμερίσματος. Καμία απάντηση για άλλη μία φορά.

<<Γιάννικ, ξέρω ότι είσαι πίσω από την πόρτα, δεν θα ξαναπροσπαθήσω, θα φύγω, αν θες να μας ανοίξεις, είναι η ευκαιρία σου.>>

Καμία απάντηση για άλλη μία φορά. Ο Μάικλ και ο Μάνουελ άρχισαν τον δρόμο της επιστροφής όταν ξαφνικά άκουσαν την πόρτα να ανοίγει απαλά, αλλά κανείς να μην βρίσκεται κοντά της. Ο Μάικλ πλησιάζει την πόρτα, δεν φαίνονταν να βγαίνει φως από μέσα. Ο Μάνουελ τον κρατά από τον καρπό.

<<Είσαι σίγουρος;>>

<<Όχι, έχω μετανιώσει που ήρθες μαζί μου!>>

Ο Μάικλ μπήκε στο σπίτι, ο Μάνουελ τον ακολούθησε. Το εσωτερικό του σπιτιού ήτα όπως το εξωτερικό, γκρι δίχως φως. Υπήρχε ένα μικρό Χωλ και στην συνέχεια ένα τεράστιο δωμάτιο που στην μέση στέκονταν ένας νεαρός άντρας πάνω σε μία καρέκλα. Ο άντρας είχε λευκή επιδερμίδα και κατάμαυρα μαλλιά και μάτια. Μόνο ένας καναπές κοσμούσε το δωμάτιο, ο οποίος είχε προφανώς καιρό να καθαριστεί. Ακόμα και οι σακούλες που του άφηναν οι γείτονες ήταν στοιβαγμένες σε μία γωνία. Ο Μάικλ ήταν ο πρώτος που μίλησε.

<<Γεια σου.>>

<<Γεια.>>

Ο Μάικλ και ο Μάνουελ προχώρησαν πιο κοντά. Ο Γιάννικ φαίνετε να φοβάται, έτσι οι δύο νεαροί σταμάτησαν.

<<Έχεις πολύ καιρό εδώ μέσα ε;>>

<<Ναι, πολύ.>>

Οι κινήσεις του Γιάννικ ήταν απειροελάχιστες, μόνο το βλέμμα του κουνιόταν ακατάπαυστα. Η ερώτηση ου Μάνουελ όμως έκανε την ατμόσφαιρα πιο περίεργη.

<<Πως θα περιγράφατε την κατάσταση σας;>>

Ο Γιάννικ κοίταξε τον Μάνουελ με όση απορία τον κοίταζε και ο Μάικλ. Ο Μάνουελ έβγαλε ένα μπλοκ σημειώσεων. Ο Μάνουελ όμως δεν φαίνονταν μπερδεμένος.

<<Με συγχωρείς, ήμουν απότομος, μήπως θα μπορούσες να μου περιγράψεις την βάση των συναισθημάτων σου;>>

<<Δεν καταλαβαίνω…>>, αποκαλύπτει ο Γιάννικ.

<<Ας το πω πιο απλά, πως βιώνετε τον κόσμο; Πως αισθάνεστε; Μήπως ο κόσμος σας φαίνετε άχρωμος; Κενός;>>

Ο Μάικλ τον διακόπτει απότομα.

<<Μήπως λες μαλακίες;>>

Η ατάκα του Μάικλ εξόργισε τον Μάνουελ αλλά δεν έδωσε συνέχεια. Απλά έβαλε το μπλοκ στην τσέπη του και κοίταξε εκνευρισμένος τον Μάικλ.

<<Δεν κάνουμε οντισιόν για άσυλο, να μιλήσουμε με τον άνθρωπο ήρθαμε!>>

Ο Γιάννικ κοιτούσε τους δύο νεαρούς με απορία. Έμοιαζε σαν αυτοί οι δύο να είναι πιο περίεργοι από αυτόν, παρόλο που είχε να βγει στον έξω κόσμο δέκα χρόνια. Οι δύο σταμάτησαν να λογομαχούν όταν άκουσαν το γουργούρισμα της κοιλιάς του Γιάννικ.

<<Συγγνώμη, πεινάω λίγο.>>

<<Θες να φέρουμε φαγητό;>>

<<Όχι, ευχαριστώ, αύριο ίσως.>>

<<Δεν είναι τίποτα, απλά θα πάμε παρακάτω.>>

<<Όχι, δεν θέλω, θέλω απλά να μείνω μόνος.>>

Ο Μάικλ κατάλαβε ότι ο Γάννικ ήθελε να μείνει μόνος του για σήμερα. Τότε τον ρώτησε.

<<Σου αρέσουν τα ντόνατς;>>

<<Ε;>>

<<Λέω, σου αρέσουν τα ντόνατς;>>

<<Ναι.>>

<<Ωραία, αύριο το πρωί θα είμαι εδώ με ντόνατς.>>

<<Καλύτερα έτσι.>>

Ο Μάνουελ όμως δεν είχε πάρει τις απαντήσεις που ήθελε.

<<Μήπως πιστεύετε ότι η έλλειψη επικοινωνίας είναι αυτό που κάνει την επαφή σας δύσκολη με άλλους ανθρώπους;>>

<<Όχι, απλά ο Γιάννικ δεν ανοίγει το στόμα του για να πει κοτσάνες, κάτι θα έπρεπε να μάθεις από αυτόν.>>, λέει ο Μάικλ φεύγοντας από το σπίτι και ακούγοντας τον Γιάννικ να χασκογελά.

Είχε περάσει μία ώρα από τότε. Η Μέριλιν περπατούσε στην βραδινή Κάρλιν. Είχε κανονίσει να βρει την Τζάσλιν και τον Μάνουελ σε μία παμπ κοντά στο πανεπιστήμιο. Είχε πάρει και τηλέφωνο τον Μάικλ και της είχε πει ότι είχε κανονίσει.  Ο πεζόδρομος κοντά στην σχολή είχε πολλά μικρά μπαράκια, το κάθε ένα με διαφορετικό στυλάκι. Το μόνο κοινό μεταξύ τους ήταν ο κίτρινος φωτισμός που έπεφτε από τις λάμπες ανάμεσα τους. Το φως αυτό γίνονταν όλο και πιο έντονο αντανακλώντας στα μαρμάρινα πλακάκια του πεζόδρομου. Περνώντας από ένα τζαζ μπαρ, η Μέριλιν πρόσεξε μία γνωστή παρουσία. Ήταν ο Μάικλ. Κάθονταν μόνος στο ξύλινο μπαρ του μαγαζιού. Το μαγαζί λέγονταν Woody και συχνά είχε ζωντανά συγκροτήματα. Η Μέριλιν μπαίνει ενθουσιασμένη στο μαγαζί και χαιρετά τον Μάικλ.

<<Τι κάνεις εδώ;>>

<<Μου αρέσει η μουσική αδιάκριτη!>>

<<Είσαι με παρέα;>>

<<Όχι.>>

<<Μα είπες ότι έχεις κανονίσει!>

<<Ναι.>>

<<Μόνος σου;>>

<<Ναι!>>

Η Μέριλιν δεν περίμενε αυτήν την απάντηση από τον Μάικλ, βασικά, δεν περίμενε αυτήν την απάντηση από κανέναν. Ποιος βγαίνει μόνος του;

<<Σου αρέσει να βγαίνεις μόνος σου;>>

<<Ναι, και να απολαμβάνω εσωτερικές συζητήσεις και καλή μουσική.>>

<<Ναι, αλλά δεν θες να βγεις με κάποιον που να σε γνωρίζει και να περνάς καλά;>>

<<Ποιος σου είπε ότι δεν με γνωρίζουν;>>

Ο Μάικλ κάνει νόημα στον μπάρμαν. Αυτός του λέει.

<<Μάικλ, το συνηθισμένο;>>

<<Ναι.>>

ΟΙ Μάικλ γυρνά προς την Μέριλιν.

<<Είδες; Με γνωρίζουν!>>

Η Μέριλιν παρατήρησε καλύτερα το μαγαζί. Ήταν όντως πολύ όμορφο. Το ξύλο κοσμούσε κάθε τοίχο και τα χαμηλά στρογγυλά τραπεζάκια με τα καναπεδάκια έκαναν την ατμόσφαιρα τέλεια για μία όμορφη έξοδο με παρέα ή ραντεβού. Τότε της ήρθε μία ιδέα. Άφησε την τσάντα της στο μπαρ και είπε στον Μάικλ αποφασισμένη.

<<Θα κάτσω λίγο μαζί σου και εγώ, εξάλλου, είναι ωραίο μέρος. Θα πω στα παιδιά ότι θα αργήσω.>>

<<Μάλιστα, σαν αφεντικό σου, την πρώτη μέρα γνωριμίας σε γυρνώ σπίτι μεθυσμένη και την επόμενη πίνεις μαζί μου ποτό; Θέλεις να είσαι αυτό το κορίτσι;>>

Η Μέριλιν κατακοκκινίζει, σαν κάποιος να την έβρισε. Θυμήθηκε την πρωινή συνομιλία της με την Τζασλίν. Παρόλα αυτά, δεν απαντά αμέσως, αντιθέτως γελά και ρωτά ευγενικά τον Μάικλ.

<<Ποιο κορίτσι;>

Ο Μάικλ προσπαθεί να κρύψει το γέλιο του μέσα στα γένια του.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Menu Title