background img
Μιχάλης Νάστος

Χαρούμενοι Στο Σκοτάδι «ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο»

3 έτη ago written by

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο

ΓΙΟΡΤΗ ΠΡΩΤΟΕΤΩΝ

Όλοι οι φοιτητές είχαν μαζευτεί στο κεντρικό μέρος του πανεπιστημίου. Εκεί βρίσκονταν ένα τεράστιο κτίριο τουλάχιστον έξι ορόφων. Ήταν κυριολεκτικά στο κέντρο του πανεπιστημίου, με πολλά μικρότερα κτίρια να το περιτριγυρίζουν, κάθε ένα από αυτά, μία διαφορετική σχολή και ειδικότητα. Το συγκεκριμένο κτίριο ήταν αποκλειστικά για γενικές χρήσεις του πανεπιστημίου, όπως εκδηλώσεις, πάρτι, παρουσιάσεις και ορκωμοσίες.

Σήμερα, ήταν μία πολύ ιδιαίτερη μέρα, ήταν η μέρα των πρωτοετών. Είναι μία από τις πιο λαμπρές γιορτές του πανεπιστημίου καθώς διοργανώνονταν το πάρτι των πρωτοετών, κάτι για το οποίο το πανεπιστήμιο ήταν πολύ γνωστό. Φοιτητές από όλη την χώρα και μη έρχονταν κάθε χρόνο ίδια μέρα για να διασκεδάσουν με τους νέους φοιτητές. Το κτίριο, αν και έμοιαζε κοινό από έξω, με το χαρακτηριστικό κεραμιδο-πορτοκαλί χρώμα που είχαν και τα υπόλοιπα κτίρια, με μικρά δέντρα και θάμνους να το κοσμούν τριγύρω, μέσα ήταν κάτι τελείως διαφορετικό.

Τεράστιες βελουτέ μπορντό κουρτίνες έπεφταν από ψηλά και σέρνονταν στην κεντρική διασταύρωση της σκάλας ενώ κάλυπταν ένα πελώριο παράθυρο που όμοιο του δεν υπήρχε πουθενά στο πανεπιστήμιο. Μπορντό χοντρές μοκέτες κάλυπταν το πάτωμα. Στην κεντρική διασταύρωση της σκάλας βρίσκονταν και μία έδρα παρουσιάσεων με ένα μικρό μικρόφωνο.

Αμέτρητοι φοιτητές είχαν μαζευτεί στο δωμάτιο, παλλοί και καινούργιοι. Η διευθύντρια, κ. Γουέμπερ ήταν έτοιμη να καλωσορίσει τους νέους μαθητευόμενους στις σχολές τους.  Ο σαματάς που δημιουργούσαν οι φοιτητές ήταν απίστευτος, μετά βίας άκουγαν τι έλεγε ο διπλανός τους. Ήταν μία μέρα γιορτής, και οι νεαροί δεν μπορούσαν να αφήσουν αυτήν την μέρα να περάσει ανεκμετάλλευτη.

Παρά την πολυλαλιά, κάποια αγόρια άρχισαν να κοιτούν ένα συγκεκριμένο άτομο χωρίς να μιλούν, απλά σκουντώντας ο ένας τον άλλον. Μία γυναίκα με εφαρμοστό κολάν με σχέδιο τζιν παντελονιού και δωδεκάποντα μαύρα τακούνια πλησίαζε την σκάλα περνώντας ανάμεσα από τους νεαρούς. Το μαύρο σουτιέν της ήταν ευδιάκριτο χάρις το φαρδύ αέρινο σι-θρου μπλουζάκι της. Οι φοιτητές άρχισαν να σφυρίζουν ενθουσιασμένοι και να φωνάζουν «ΖΟΥΜΕΡΗ!». Η Μέριλιν απορούσε γιατί το φώναζαν, κυρίως επειδή την κοίταζαν.

«Τζασλίν, γιατί με φωνάζουν ζουμερή;»

«Συγχαρητήρια, είσαι το νέο τσουλάκι του πανεπιστημίου!»

Η Μέριλιν ντράπηκε. Κοκκίνισε αμέσως. Προσπάθησε να καλυφθεί όσο πιο πολύ μπορούσε, αλλά μάταια, το ύφασμα πάνω της ήταν πολύ λίγο για να κάνει οτιδήποτε. Η Τζασλίν προχωρούσε μπροστά της με αυτοπεποίθηση και ο Μάνουελ την ακολουθούσε. Την σιωπή όλων έσπασε ένας ενοχλητικός ήχος από το μικρόφωνο. Ήταν η Γουέμπερ, μία σαρανταπεντάρα γυναίκα με σκούρα μαλλιά και αμυγδαλωτά μάτια που φορούσε ένα λευκό κουστούμι. Πλάι της, στέκονταν ένας σαραντάρης άντρας με γκρι κροτάφους και πυκνά γένια. Αυτός και η διευθύντρια είχαν σταθεί μπροστά στο μικρόφωνο περιμένοντας το κοινό να ηρεμήσει. Όταν επιτέλους έγινε, η Γουέμπερ άρχισε την ομιλία της.

«Καλημέρα σας και καλωσορίσατε στο πανεπιστήμιο του Κάρνιλ.»

   Οι φοιτητές άρχισαν αν ζητωκραυγάζουν για ακόμη μία φορά. Η Γουέμπερ τους διέκοψε.

«Παρακαλώ, ξέρω πως όλοι είστε τουλάχιστον ενθουσιασμένοι για την σημερινή βραδιά όπως κάθε χρονιά, αλλά θα το εκτιμούσα αν αφήναμε τους πανηγυρισμούς, έστω για λίγο, για να επικεντρωθούμε στον πραγματικό λόγο που βρισκόμαστε εδώ σήμερα. Το πανεπιστήμιου του Κάρνιλ αποτελεί ένα από τα πιο διεθνώς αναγνωρισμένα αλλά και σεβάσμια πανεπιστήμια στον κόσμο. Με την αφοσίωση τόσο του διοικητικού προσωπικού, όσο και του επιστημονικών συνεργατών μας, καταφέραμε πέρσι να κερδίσουμε επάξια, την πρώτη θέση σαν καλύτερο πανεπιστήμιο στον κόσμο.»

«Ευχαριστούμε για την θέρμη σας. Εξάλλου, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε επιτευχθεί χωρίς εσάς, τους αγαπημένους μας μαθητευόμενους. Ελπίζω η νέα γενιά φοιτητών να μας τιμήσει το ίδιο ή και περισσότερο. Όπως και να έχει, θα ήθελα να πω συγχαρητήρια στους πρωτοετείς, όχι μόνο για την επιλογή τους να έρθουν στο πανεπιστήμιο μας, αλλά και επειδή τα κατάφεραν, γιατί, για να είμαστε ειλικρινής, δεν είμαστε πολλοί ανοιχτοί σε νέους φοιτητές, πόσο μάλλον υποτροφίες. Οπότε, να γνωρίζεται πως περιμένουμε μόνο τα καλύτερα από εσάς.»

Για άλλη μία φορά, το κοινό σφυρίζει και μερικοί ουρλιάζουν.

«Δεξιά μου, είναι ο κ. Ροθλίσμπεργκερ, ο υπεύθυνος δυναμικού του πανεπιστήμιου. Είναι αυτός που διάλεξε και τον κάθε έναν από εσάς για την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο. Είναι επίσης υπεύθυνος για τα μεταπτυχιακά, τις υποτροφίες και τις ευκαιρίες που μπορεί να απλωθούν μπροστά σας.»

Μερικοί άρχισαν για άλλη μία φορά να χειροκροτούν, ο καθηγητής απλά χαμογέλασε.

«Τώρα, ο κ. Ροθλίσμπεργερ θα σας οδηγήσει στα τμήματα σας και θα αρχίσετε να γνωρίζεστε μεταξύ σας καθώς και με τους νέους καθηγητές και συνεργάτες σας. Το βράδυ, όπως πάντα, θα υπάρχει η φωτιά των πρωτοετών, που σηματοδοτεί και επίσημα την έναρξη της νέας χρονιάς στο πανεπιστήμιο, καθώς και μία νέα αρχή για τους περισσότερους από εσάς. Καλή σας συνέχεια.»

 Το πλήθος άρχισε να διαλύεται, η Τζασλίν είπε στον ξάδερφο της.

«Εδώ σε αφήνω ξάδερφε, πήγαινε να βρεις την σχολή ψυχολογίας, νομίζω είναι αριστερά όπως βγαίνεις από αυτό το κτίριο…»

«Από σήμερα αρχίζουν τα μαθήματα;», ρωτά αγχωμένη η Μέριλιν.

«Πιο πολύ σαν γνωριμία. Να με συγχωρείτε, αλλά πρέπει να ετοιμαστώ, έχω μία υποχρέωση το βράδυ, και δεν πρέπει να τα θαλασσώσω. Καλή σας αρχή.»

   Η Τζάσλιν αφήνει τον Μάνουελ και την Μέριλιν μόνους. Ο Μάνουελ έριξε άλλη μία ματιά στην νεαρή.

«Όντως είσαι σαν πουτάνα.»

Είχε περάσει περίπου μισή ώρα από τότε που ο Μάνουελ την αποκάλεσε πουτάνα. Είχε δίκιο, έδειχνε σαν πόρνη. Αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Το μαγαζί που την πήγε η Τζάσλιν είχε πολύ τολμηρά ρούχα αλλά δεν μπορούσε να εμφανιστεί στους συμφοιτητές της γεμάτη λάσπες. Οι επιλογές της περιορίζονταν σε κολάν με άνιμαλ πριντ και κοντές φούστες και κορσέδες με πολλά πετράδια. Δεν ήθελε καν να σκεφτεί τα υποδήματα. Όλα τουλάχιστον δεκαπέντε πόντους, πάλι καλά που υπήρχε αυτό το ξεχασμένο ζευγάρι στην αποθήκη και ήταν το νούμερο της. Δεν την προβλημάτιζε όμως πλέον. Είχε φορέσει την ποδιά της και πήγαινε να γνωρίσει τον μέντορα της, τον κ. Λάρικ, υπεύθυνο της ιατρικής σχολής. Θα τον έβρισκε στο εργαστήριο. Η Μέριλιν είχε την  τιμή και τύχη να έχει από τους πιο υψηλούς βαθμούς εισαγωγής στην ιατρική. Έτσι, ο κ. Λάρικ της είχε υποσχεθεί μία πολύ καλή θέση στο πανεπιστήμιο. Παράλληλα με τα μαθήματα της, θα παρακολουθούσε μία καινοτόμα έρευνα που είχε αρχίσει πριν ένα χρόνο από έναν από τους πιο υποσχόμενους φοιτητές του Κάρνιλ, τον Μάικ Μπράιτστόουν. Επρόκειτο για μία έρευνα για την χρήση των βλαστικών κυττάρων, ένα από τα πιο σημαντικά πεδία της ιατρικής αυτήν την εποχή. Ήταν τόσο ενθουσιασμένη.

Περπατούσε στους διαδρόμους της ιατρικής σαν τρελή, μην έχοντας σχεδόν καθόλου ιδέα που πηγαίνει. Η ιατρική σχολή έμοιαζε πιο πολύ σαν νοσοκομείο παρά σαν εκπαιδευτικό ίδρυμα, με μεγάλους άχρωμους διαδρόμους και αμέτρητες στροφές. Μετά όμως από αρκετή ώρα ‘πες-βρες’, κατάφερε να εντοπίσει το εργαστήριο. Άνοιξε αμέσως την πόρτα γιατί είχε αργήσει και πέντε λεπτά. ‘Όταν άνοιξε την πόρτα, είδε τρεις πάγκους, παράλληλους μεταξύ τους. Ο κάθε πάγκος είχε και από έναν νιπτήρα, ενώ μικροσκόπια και ιατρικά εργαλεία βρίσκονταν σκορπισμένα στο χώρο. Ένας νεαρός κοιτούσε μέσα σε ένα μικροσκόπιο. Πριν όμως η Μέριλιν προλάβει να του πει κάτι, ο κ. Λάρικ εμφανίστηκε μπροστά της. Ήταν όπως τον είχε φανταστεί, στρουμπουλός, με φαλάκρα, κοντά στα εξήντα.

«Πρέπει να είσαι η Μέριλιν.»

«Ναι, χαίρω πολύ για την γνωριμία!»

«Παρομοίως, όπως κατάλαβες, είμαι ο Δρ. Λάρικ. Συγχαρητήρια και από κοντά για την βαθμολογία σου.»

«Ευχαριστώ πολύ.»

«Σου υπόσχομαι πως, σαν διευθυντής της ιατρικής σχολής, θα προσπαθήσω να αξιοποιήσω κάθε ικανότητα των φοιτητών μου, όπως και τις δικές σου. Για αυτό το λόγο σε έβαλα σαν βοηθό έρευνας στην έρευνα του Μάικ. Μάικ, ήρθε η Μέριλιν!»

Ο νεαρός συνέχισε να κοιτά το μικροσκόπιο και απλά σήκωσε το χέρι του. Ο Λάρικ άρχισε να ψιθυρίζει στην Μέριλιν.

«Μην τον παρεξηγείς, απλά είναι λίγο ιδιόρρυθμος, αλλά είναι το μεγαλύτερο μυαλό του πανεπιστημίου αυτήν την περίοδο. Αν αυτή η έρευνα δημοσιευθεί και δεν βρει επιστημονικές ενστάσεις, ίσως είναι η ανακάλυψη του αιώνα, θα αλλάξει το μέλλον της ιατρικής. Σκέψου ότι στις εισαγωγικές του εξετάσεις δεν είχε ούτε ένα λάθος, για αυτό πήρε υποτροφία, αν και δεν την χρειάζονταν.»

«Πως το ξέρετε αυτό;»

«Μα που ζεις; Κάτω από βράχο; Λοιπόν, σας αφήνω να γνωριστείτε…», λέει ο Λάρικ και φεύγει κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

Η Μέριλιν περιμένει με τα χέρια πίσω από την μέση της. Περιμένει μέσα στην σιωπή, τίποτε όμως. Ο Μάικ συνέχισε να μην της δίνει σημασία. Η νεαρή έβηξε διακριτικά. Για πρώτη φορά, ο Μάικ μίλησε.

«Πάρε καραμέλες για τον λαιμό στο συρτάρι τέσσερα.»

Προφανώς αυτός ο άνθρωπος δεν γνώριζε από κοινωνικά πρωτόκολλα. Έτσι η Μέριλιν σκέφτηκε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της.

«Με λένε Μέριλιν.»

Μία πνοή ενόχλησης ακούστηκε να βγαίνει από το στόμα του Μάικ, σαν να αναγκάζονταν να κάνει κάτι. Τότε, απέσυρε την προσοχή του από το μικροσκόπιο και την κοίταξε κατάματα. Ήταν ένας ψηλός γεροδεμένος νέος με γαλανά μάτια και καστανόξανθα μαλλιά και μούσια. Η Μέριλιν ύψωσε το χέρι της για χειραψία. Ο Μάικ την πλησίασε, αλλά αντί να της δώσει το χέρι του, της έδωσε ένα τεράστιο τετράδιο της έρευνας.

«Αυτά είναι όσα πρέπει να ξέρεις για την έρευνα, διάβασε τα και από αύριο μπορούμε να αρχίσουμε.»

Ο Μάικ απομακρύνθηκε αλλά στάθηκε για λίγο στην θέση του και γύρισε για άλλη μία φορά στην Μέριλιν.

«Α, και Μάικ, με λένε Μάικ.»

Μα τι τρέχει με την χειραψία σε αυτό το πανεπιστήμιο; Σκέφτηκε η Μέριλιν. Έπρεπε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της, δεν μπορούσε να συνεργάζεται με ένα άτομο τόσο απόμακρο, πόσο μάλλον να ξοδέψει ολόκληρο εξάμηνο μαζί του.

«Λοιπόν, τι σε έκανε να έρθεις ιατρική; Φαντάζομαι συμπίνεις πολύ τους ανθρώπους.»

«Ήθελα να γίνω νεκροτόμος.»

Η Μέριλιν ανατρίχιασε. Είναι η πρώτη φορά που κάποιος της απαντούσε τόσο απότομα.

«Δεν πιστεύεις ότι η ιατρική είναι ένας τρόπος να σώζεις ζωές; Αυτό την κάνει μοναδική επιστήμη.»

«Δουλειά μου δεν είναι να σώζω ζωές, απλά να καθυστερώ τον θάνατο. Δεν είσαι ήρωας κανενός.»

Η Μέριλιν σοκαρίστηκε, δεν περίμενε μία τέτοια απάντηση. Παρά το γεγονός ότι ο Μάικ ήταν απόμακρος, κάτι την έκανε να θέλει αν τον γνωρίσει καλύτερα, είχε πολύ ενδιαφέρον απόψεις για διάφορα θέματα.

«Δεν είχα ξανασκεφτεί έτσι για το επάγγελμα μας, πόσο μάλλον ότι απλά καθυστερώ τον θάνατο.»

«Καλά θα κάνεις να εκτιμάς τον θάνατο, χάρις αυτόν βγάζεις λεφτά εξάλλου. Επίσης, είναι το μόνο μέσο ανακύκλωσης του ανθρώπου. Αν δεν υπήρχε αυτός, δεν θα εκτιμούσαμε τόσο την ζωή.»

Η Μέριλιν είχε μαγευτεί από τον τρόπο που ο Μάικ χρησιμοποιούσε τις λέξεις. Δεν ήθελε όμως η πρώτη τους γνωριμία να έχει να κάνει με τον ορισμό του θανάτου, έτσι, σκέφτηκε να κάνει πιο ανάλαφρη την ατμόσφαιρα.

«Θα έρθεις το βράδυ στο πάρτι πρωτοετών;»

«Είχα πάει στο πρώτο μου έτος, δεν ήταν τίποτα το εντυπωσιακό.»

«Έλα τώρα, είναι από τα καλύτερα πάρτι της χρονιάς! Όλοι οι φοιτητές θα είναι εκεί!»

«Σωστά, υπάρχει λόγος όμως που δεν είναι και εδώ.»

Ο Μάνουελ είχε βαρεθεί απίστευτα. Βρίσκονταν σε μία αμφιθεατρική αίθουσα και άκουγε μία εβδομηντάρα με μακριά ξανθά μαλλιά να του λέει «όσοι φοβούνται τα έντομα, φοβούνται και το σπέρμα.» Δεν είχε οραματιστεί έτσι την ψυχολογία. Παρόλα αυτά, αυτό το εξάμηνο θα ήταν γεμάτο θεωρία, οπότε, έπρεπε να υπομείνει οτιδήποτε για να ασχοληθεί με αυτό που πραγματικά ήθελε, την ψυχολογία των ευαίσθητων ομάδων. Στόχος του ήταν να δουλεύει με άτομα με ειδικές ανάγκες και να τα κάνει να νιώθουν καλύτερα. Μα όσο περισσότερο χρόνο πέρναγε μέσα σε αυτήν την αίθουσα, τόσο περισσότερο έπληττε.  Ευτυχώς ο χρόνος περνούσε, η καθηγήτρια είχε υποσχεθεί ότι θα τους απασχολήσει μόνο για λίγη ώρα, να τους πει κάποια βασικά πράγματα για την ψυχολογία σαν επιστήμη. Παρόλα αυτά, τους έλεγε για σπέρμα και πως ο Φρόυντ είχε οιδιπόδειο με την μητέρα του.

«Ελεύθεροι.»

Η αγαπημένη λέξη του Μάνουελ εκείνη την στιγμή. Έτρεξε έξω. Η ξαδέρφη του είχε πει να ετοιμαστεί αμέσως όταν τελειώσει το μάθημα και να τσακιστεί να γυρίσει στο πανεπιστήμιο για το πάρτι των πρωτοετών.

Το βράδυ είχε έρθει. Ο Μάνουελ είχε φορέσει τα καλά του, ένα λευκό πουκάμισο, μαύρο παντελόνι και παπιγιόν. Έφτασε στην σχολή του ακριβώς την ώρα που είχε κανονίσει με την Μέριλιν. Δάδες είχαν ανάψει σχηματίζοντας δρόμους στο πανεπιστήμιο. Όλοι όμως οι δρόμοι οδηγούσαν σε ένα μόνο μέρος, στην κεντρική τεράστια δάδα, η οποία δεν είχε ανάψει ακόμα. Ο Μάνουελ ήταν τόσο ενθουσιασμένος. Είχε περάσει όλο το καλοκαίρι να σκέφτεται μόνο αυτήν την στιγμή. Ήταν η επίσημη τελετή μύησης του στην φοιτητική ζωή. Τίποτα δεν τον σταματούσε πλέον από το να κυνηγήσει τα όνειρα του, εκτός από τον Φρόυντ και τα έντομα. Ένιωσε ένα ελαφρύ σκούντηγμα στον ώμο. Ήταν η Μέριλιν. Ήταν σχεδόν αγνώριστη, πανέμορφη μέσα στην μακρινή δερμάτινη αέρινη φούστα της και το κομψό μπλουζάκι της που άφηνε τον αφαλό της εμφανή.

«Γεια σας όμορφε!»

«Γεια σας και εσάς δεσποσύνη!»

«Είναι υπέροχα εδώ. Και τόσο ρομαντικά.»

«Ανυπομονώ να δω την κεντρική φωτιά.»

«Και εγώ, διάβασα στο ιντερνέτ ότι κάθε χρόνο κάνουν ολόκληρο σόου προκειμένου να ανάψουν την ‘φωτιά των πρωτοετών’, όπως την αποκαλούσαν.»

«Ναι, το ξέρω, και εσύ το ξέρεις.»

«Τι εννοείς;»

«Η Τζασλίν είναι το σόου, θα τραγουδήσει στην τελετή της φωτιάς. Είναι η καλύτερη φωνή του έτους της και της ζήτησαν να τραγουδήσει.»

«Δεν το πιστεύω.»

Ο Μάνουελ πήρε ένα ύφος όλο απορία.

«Αλήθεια λέω…»

«Όχι, εννοώ, ότι γνωρίζω μία σελέμπριτη.»

Ο Μάνουελ απλά ήθελε να σταματήσει την συζήτηση εδώ, δεν ήθελε να δώσει προέκταση στον συλλογισμό της Μέριλιν. Ξαφνικά, εκκωφαντικοί ήχοι από κρούσεις σκουπιδοτενεκέδων και ξύλων άρχισαν να ακούγονται σε όλο το πανεπιστήμιο. Όλος ο κόσμος άρχισε να τρέχει μπροστά από το κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου, όπου ήταν η κεντρική δάδα ύψους πέντε μέτρων. Μπροστά της, ήταν η Τζασλίν που φορούσε μαύρα ρούχα από την κορυφή ως τα νύχια και μαύρη μάσκα. Ήταν σαν σκιά μέσα στην νύχτα. Σιγά-σιγά, τα άτομα που χτυπούσαν τους τενεκέδες και παρήγαγαν έναν όμορφο παραδόξως ήχο, άρχισαν να την περικυκλώνουν. Όλοι ήξεραν πως η βραδιά είχε μόλις αρχίσει. Όσο και αν ο Μάνουελ ήθελε να σταματήσει την Μέριλιν από το να λέει στους γύρω της «ξέρω αυτήν την κοπέλα, με έντυσε σήμερα», δεν ήθελε να πάρει τα μάτια του από την ξαδέρφη του.

Η Τζασλίν άρχισε να τραγουδά ,ενώ οι υπόλοιποι που πριν χτυπούσαν τους κάδους, άρχισαν να κάνουν τις δεύτερες φωνές. Η Τζασλίν λάτρευε να προκαλεί την προσοχή πάνω της. Άρχισε να δίνει τον καλύτερο εαυτό της. Έριξε ένα πεταχτό χαμόγελο στον ξάδερφό της και άρπαξε μία μικρή δάδα που ήταν ήδη τυλιγμένη στις φλόγες. Με κάθε χτύπο των οργάνων τις μπάντας πίσω από την κεντρική δάδα, η Τζάσλιν χτύπαγε με την δάδα της τα στάχια και το κερί που υπήρχε στην βάση της κεντρικής δάδας. Με κάθε χτύπημα της, η φωτιά γίνονταν όλο και πιο δυνατή. Το πλήθος παραληρούσε. Το κορμί της Τζάσλιν φαίνονταν να ελέγχονταν από την μουσική. Είχε κλέψει όλες τις εντυπώσεις. Όπως κάθε φορά, όποτε φώναζε και έπιανε την νότα, της άρεσε να βλέπει κάποιον κατάματα και να βλέπει τις εκφράσεις πάνω του, έτσι, νόμιζε ότι τον έλεγχε, ένιωθε δυνατή. Αυτήν την φορά, τα μάτια ήταν γαλανά. Ήταν ένας άντρας γύρω στα τριάνταπέντε με σκούρο γκρι μούσι. Η φωτιά συνέχισε να μεγαλώνει τόσο πολύ, που η Τζάσλιν έκανε μερικά βήματα εμπρός για να μην καίγεται η πλάτη της. Συνέχισε να βλέπει τον μυστηριώδη άνδρα και να του χαρίζει πονηρά χαμόγελα.

Η Τζάσλιν σταμάτησε να τραγουδά, το τραγούδι είχε πλέον τελειώσει. Ξαφνικά, μία έκρηξη, και αμέσως μετά, μία δεύτερη. Τα βεγγαλικά είχαν απλωθεί τον ουρανό. Το πρόγραμμα της Τζασλίν όμως δεν είχε τελειώσει, συνέχισε να τραγουδά και να προκαλεί τον θαυμασμό όλων. Το ποτό και οι μπύρες άρχισαν να ρέουν άφθονα.

Μέσα όμως στο φως των βεγγαλικών, η Μέριλιν παρατήρησε μία φιγούρα να κινείται στα σκοτάδια. Ήταν οικεία σκιά. Πλησίασε προσεκτικά και όταν είδε περί τίνος πρόκειται, τον αγκάλιασε.

«Μάικ, ήρθες!»

Ο Μάικ απομακρύνθηκε, άφησε τα χέρια του για λίγο στον αέρα, σαν να μάρκαρε την περιοχή του.

«Γεια σου και εσένα, όχι, δεν ήρθα, μόλις έφευγα. Καλή σου νύχτα!»

Ο Μάικ χαμογελά στην Μέριλιν και πάει να φύγει αλλά η Μέριλιν δεν τον αφήνει τόσο εύκολα. Ήταν προφανές ότι είχε πιεί λίγο παραπάνω. Ίσως πολύ παραπάνω.

« Είσαι εδώ όλη μέρα! Έλα τώρα κ. Μάικ! Γιατί τόσο σοβαρός; Είσαι μόνο είκοσι έξι! Φέρσου σαν την ηλικία σου. Ξέρω, είσαι επιστήμονας, αλλά τι θα κάνεις όλα αυτά τα πτυχία μόνος σου; Άσε που πρέπει να αγοράζεις συνέχεια κάδρα, και δεν θα φαίνεται και η ταπετσαρία και γενικά ένα σπίτι μέσα στην μουντίλα! Χόρεψε μαζί μου επιστήμονα! Ζήτω η ιατρική!»

Ο Μάικ απωθεί την Μέριλιν αλλά αυτή τον αγκαλιάζει σφιχτά.

«Συγγνώμη κ. Επιστήμονα, έχω πιει αρκετά.»

«Όχι, έχεις πιει πολύ!»

«Θέλω να πάω σπίτι, αλλά πρώτα θέλω να πω συγχαρητήρια στην τραγουδίστρια της φωτιάς.»

«Δεν νομίζω να παρεξηγηθεί αν φύγεις νωρίτερα.»

Ο Μάικ δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε μόλις κάνει. Είχε βάλει μέσα στο αμάξι του μία ξένη. Μια μεθυσμένη ξένη. Δεν το κάνει συχνά, προτιμά να είναι απόμακρος από τους ανθρώπους και δεν ανοίγεται αμέσως, αλλά αυτό το κορίτσι ήταν πολύ χάλια για να το αφήσει στο πάρτι. Πάλι καλά που θυμόνταν την διεύθυνση της. Η Μέριλιν είχε ξαπλώσει στο κάθισμα του συνοδηγού. Ο Μάικ είχε ανοίξει τα παράθυρα για να πάρει λίγο αέρα.

«Νιώθεις καλύτερα;»

«Όχι. Όλα πάνε σκατά.»

Ο Μάικ ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό. Σήμαινε ποίημα πληγωμένης γυναίκας, για το πόσο χάλια είναι η ζωή της, και ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε να ακούσει.

«Ήξερες ότι είμαι η πρώτη από την οικογένεια μου που πέρασε πανεπιστήμιο; Όλοι νόμιζαν ότι είμαι χαζή, αλλά τους απέδειξα το αντίθετο. Μακάρι να έκανα το ίδιο και εδώ. Από την πρώτη μέρα που ήρθα έπεσα θύμα ληστείας, έσπασα το τακούνι μου, γέμισα βρωμιά τα ρούχα μου, ντύθηκα με ρούχα τελευταίες διαλογής, ονομαστικά ‘τσουλάκι της χρονιάς’, μέθυσα, και έγινε και ξεφτύλα σε εσένα, που είσαι κάτι σαν αφεντικό μου.»

«Χαλάρωσε, έχεις πιεί.»

«Όχι, δεν ηρεμώ, δεν είμαι αυτό το κορίτσι, δεν είμαι τυπική ξανθιά. Είμαι μία έξυπνη γυναίκα που απλά δείχνω την αγάπη και το ενδιαφέρων μου πιο πολύ από όσο είναι κοινωνικά αποδεκτό. Αν είναι έτσι η κοινωνία, να πάει να γαμηθεί!»

Ο Μάικ χασκογελά.

«Αχου, έχεις λακκάκια! Τι γλυκούλης!»

Η Μέριλιν τσιμπά και τραβά τα μάγουλα του Μάικ όσο αυτός οδηγά. Ο  Μάικ προσπαθεί να αποκρούσει την Μέριλιν και να ελέγξει το αμάξι ταυτόχρονα.

«Μέριλιν, κάτσε κάτω!»

«Βλέπεις; Αυτό εννοώ. Είδα λακκάκια και έτρεξα να σε τσιμπήσω. Δεν πρέπει να το κάνω αυτό, πρέπει να γίνω επιστήμονας πλέον. Όπως εσύ, σοβαρή, χωρίς καμία διάθεση για ζωή!»

Ο Μάικ γελά για άλλη μία φορά.

«Μωρέ είσαι γλυκούλης, απλά το παίζεις κακούλης.»

«Όχι, είμαι κακός.»

«Δεν το πιστεύω, δεν θα με πήγαινες σπίτι.»

Σιωπή. Κανείς δεν μίλησε. Ο Μάικ δεν ήθελε να απαντήσει στο σχόλιο της Μέριλιν. Η κοπέλα όμως δεν έμεινε πολύ χωρίς λαλιά.

«Ξέρεις κάτι; Δεν θα σκάσω. Αύριο είναι μία νέα μέρα! Αύριο θα αδράξω την ευκαιρία! Θα δείξω στον κόσμο ποια πραγματικά είμαι!»

«Μην τολμήσεις να έρθεις στο εργαστήριο αύριο.»

«Εντάξει.», λέει η Μέριλιν και κάθε ενθουσιασμός και αποφασιστικότητα αποχωρεί από το βλέμμα της.

Η Τζάσλιν φιλούσε έναν ξένο πίσω από ένα δέντρο. Την φιλούσε τόσο υπέροχα, με πάθος. Ήταν ο άνδρας που την χάζευε όσο τραγουδούσε. Την άγγιζε στα σωστά σημεία. Έμοιαζε να ξέρει τι έκανε. Φυσικά, ήταν και μεγαλύτερος, όχι σαν κάποια άλλα ‘παιδάκια-φοιτητές’ όπως τα αποκαλούσε η Τζάσλιν. Τα χείλι τους χωρίστηκαν. Η Τζάσλιν προσπάθησε να τον ξαναφιλήσει, αλλά αυτός τραβήχτηκε.

«Λυπάμαι, πρέπει να φύγω. Δουλεύω αύριο το πρωί.»

«Πες μου ότι δεν είσαι παντρεμένος.»

Ο άντρας γελά.

«Όχι, όχι, μην φοβάσαι, απλά έχω μία κόρη και ένα γιο.»

Η Τζάσλιν πάγωσε, έμεινε ακίνητη στην θέση της. Ο μυστήριος άντρας κατάλαβε ότι δεν το πήρε για αστείο και της εξήγησε αμέσως.

«Δεν έχω παιδιά, πλάκα κάνω!»

Η Τζάσλιν απέκτησε πάλι την αναπνοή της. Ο άντρας της έδωσε μία κάρτα.

«Αυτή είναι η κάρτα μου, είμαι μουσικός, θα με ενδιέφερε να ξαναβρεθούμε, δουλεύω και σε μία δισκογραφική αυτήν την περίοδο. Τηλεφώνησε μου!», είπε ο άντρας και χάθηκε στα δέντρα του πανεπιστημίου. Η Τζάσλιν διάβασε την κάρτα του.

‘Άντριου Κάρτερ – Μουσικός/Συνθέτης.

TEL:010-647-849-443

Η πόρτα του διαμερίσματος του Μάνουελ άνοιξε. Ο Μάνουελ μπήκε μέσα. Το δωμάτιο λούστηκε με το φως που άνοιξε. Ο νεαρός ήταν ψιλοζαλισμένος από τις μπύρες. Έφυγε από το σαλόνι στρίβοντας δεξιά και άναψε το φως. Στον διάδρομο υπήρχαν τρεις πόρτες. Στο κέντρο ήταν το μπάνιο και αριστερά ένα άλλο δωμάτιο, του συγκατοίκου του. Ο Μάνουελ άνοιξε την πόρτα του δικού του δωματίου δεξιά του χολ αλλά άκουσε την πόρτα πίσω του ανοίγει, ήταν ο αδερφός του, ο Ρικ.

«Μάνουελ, είσαι καλά;»

Ο Μάνουελ γύρισε και χαμογέλασε στον αδερφό του. Ο Ρικ έχει σύνδρομο Ντάουν. Όσο και να μεγαλώνει, έχει πάντα το μυαλό ενός παιδιού. Είναι ένας από τους λόγους που ο Μάνουελ ήθελε να πάει ψυχολογία.

«Ναι Ρικ, μια χαρά είμαι.»

«Τι ώρα θες να σε ξυπνήσω για την σχολή αύριο;»

«Στις δέκα είναι καλά.»

«Εντάξει, καληνύχτα αδερφούλη!»

«Καληνύχτα Ρικ.», είπε ο Μάνουελ και αποσύρθηκε στο δωμάτιο του.

Ο Μάικ χάζευε τηλεόραση στον καναπέ του. Είχε αφήσει την Μέριλιν πριν μία ώρα σπίτι της. Η τηλεόραση έδειχνε τον υπουργό υγείας να λέει στην κάμερα ότι δουλεύουν σε νέα φάρμακα, που πιθανότατα να θεραπεύσουν νόσους που μαστίζουν την εποχή μας και να γελά χαζά. Ήταν αποκρουστικός, πενηντάρης με γκρίζα μαλλιά και πονηρό βλέμμα.

«Πώς σου φάνηκα;», ακούστηκε μια φωνή πίσω από τον Μάικλ.

«Ήσουν πιο χαζοχαρούμενος από ότι συνήθως.»

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Menu Title